Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Η Ελλάδα στο κρεβάτι του πόνου

David Ignatius
David Ignatius (Photo credit: Wikipedia)
 Tου David Ignatius Aρθρογράφου της Washington Post

Το εύπορο προάστιο της Κηφισιάς προσφέρει καλή εικόνα μιας χώρας που διολισθαίνει προς τη χρεοκοπία. Η εικόνα είναι δυσάρεστη, καθώς οι προσδοκίες ευμάρειας δίνουν τη θέση τους στον φόβο. Τα καταστήματα του συρμού στο κέντρο του δήμου έμοιαζαν άδεια αυτήν την εβδομάδα, πολλά εστιατόρια έχουν κλείσει ή ανοίγουν μόνο Σαββατοκύριακο, ενώ οι τράπεζες εδώ -όπως και παντού στην Ελλάδα- αντιμετώπισαν κύμα αναλήψεων πανικού τον τελευταίο μήνα.

Βρίσκομαι εδώ επισκεπτόμενος τον παλιό μου φίλο από τις μεταπτυχιακές σπουδές μου, πρώην υπουργό Οικονομίας Γιάννο Παπαντωνίου. Στα χρόνια της θητείας του (1994-2001), όλα έδειχναν να ευνοούν την Ελλάδα. Το έλλειμμα υποχωρούσε ραγδαία, ο πληθωρισμός μειωνόταν, τα εισοδήματα αυξάνονταν, όπως και οι επενδύσεις. Η Ελλάδα πάλευε (ίσως πιο σκληρά απ’ όσο έπρεπε) για να εισέλθει στο ευρώ. Την ένταξη της χώρας στο ευρώ το 2002 και τη γιορτή των Ολυμπιακών του 2004 διαδέχθηκε η καταστροφή, με την Ελλάδα να πρέπει να αποπληρώσει τα χρέη της.

Η περίπτωση της Ελλάδας προσφέρει χρήσιμο δίδαγμα για την ευρωπαϊκή οικονομική κρίση: η χώρα θεωρείται ότι εισήλθε καταχρηστικά στην Ευρωζώνη, αντιμετωπίζοντας το νέο νόμισμα σαν πιστωτική κάρτα, εγγυημένη από τη Γερμανία. Πολλοί λένε ότι αφού έζησαν τόσο πάνω από τις δυνατότητές τους, οι Ελληνες υφίστανται τώρα όσα τους αξίζουν. Ακόμη και αυτοί που κατηγορούν την καγκελάριο Μέρκελ για την εμμονή της να συστήνει πολιτική λιτότητας, νιώθουν ελάχιστη συμπάθεια για τους Ελληνες. Η χώρα μοιάζει σχεδόν σαν φυλακή κακοπληρωτών, με οργισμένους πιστωτές να απαιτούν τη διάλυσή της. Μια τέτοια «ημέρα της Κρίσεως» ίσως να είναι οικονομικά αναγκαία. Αγνοεί, όμως, το κοινωνικό κόστος της κατάρρευσης στην Ελλάδα και σε άλλες προβληματικές ευρωπαϊκές οικονομίες.

Στην Κηφισιά, οι κλοπές αυξήθηκαν δραματικά, υποχρεώνοντας πολλούς κατοίκους να ενισχύσουν τα μέτρα ασφαλείας στα σπίτια τους. Ορισμένοι αγόρασαν όπλα για να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους, πράγμα ιδιαίτερα σπάνιο στο κοσμοπολίτικο αυτό προάστιο. Τοπικές επιχειρήσεις συρρικνώνονται, κατασκευαστικές εταιρείες αναζητούν έργα στο εξωτερικό, απολύοντας τους εργαζομένους τους στην Ελλάδα. Η τουριστική βιομηχανία υπέστη πλήγμα φέτος το καλοκαίρι, καθώς πολλοί τουρίστες ακύρωσαν τα σχέδιά τους φοβούμενοι ταραχές σε περίπτωση αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.

Πρόκειται για κλασική κεϊνσιανή ύφεση, λέει ο κ. Παπαντωνίου: «Η αποτυχία γεννά κι άλλη αποτυχία». Οι Ελληνες αναγκάζονται να καθυστερούν την αποπληρωμή των χρεών τους ή κηρύσσουν πτώχευση. Το γεγονός ότι όλοι είναι οργισμένοι με την κυβέρνηση, ενισχύει το ήδη σημαντικό πρόβλημα της φοροαποφυγής. Ακόμη, όμως, και η «μαύρη οικονομία» αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Η ανεργία υποχρέωσε πολλούς μετανάστες να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, με τα εμβάσματα όσων απέμειναν να εγκαταλείπουν αμέσως τη χώρα. Σύμφωνα με τον κ. Παπαντωνίου, οι τραπεζικές αναλήψεις κινούνται περίπου στα 500 εκατ. ευρώ την ημέρα στα τέλη Μαΐου και τις αρχές Ιουνίου, για να φθάσουν στο 1 δισ. την ημέρα αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου. Παρά τη νίκη του φιλοευρωπαϊκού κόμματος, η εμπιστοσύνη των Ελλήνων στην ικανότητα της χώρας τους να γλιτώσει τη χρεοκοπία δεν αποκαταστάθηκε.

Τι πήγε στραβά; Ο κ. Παπαντωνίου εξηγεί σε πρόσφατη δημοσίευσή του: «Ο εγωισμός επικράτησε. Επιχειρηματικές ομάδες προσπάθησαν να κυριαρχήσουν σε συγκεκριμένες αγορές. Τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα πολέμησαν για τη διατήρηση των προνομίων τους. Η φορολογική πειθαρχία χαλάρωσε περαιτέρω. Το κράτος πρόνοιας μετατράπηκε σε σύστημα ενδημικής σπατάλης». Καθώς η οικονομία κατέρρεε, η δημοτικότητα των δύο μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων υποχώρησε μαζί της.

Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι κάθε φορά που ακούω ανθρώπους να περιγράφουν τη σταδιακή αυτή κατάπτωση, θυμάμαι τις περιγραφές της Γερμανίας τις τελευταίες ημέρες της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, παραμονές της ανόδου των ναζί στην εξουσία. Τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα που μοιάζουν να ευνοούνται τα μάλα από την παρούσα αναταραχή είναι εκείνα στα δεξιά ή τα αριστερά άκρα. Πρέπει, ωστόσο, να τονίσω ότι αυτό δεν αποτελεί πρόβλεψη, αλλά μία απλή παρατήρηση ενός ανήσυχου ταξιδιώτη, που αγαπά την Ελλάδα και θέλει να τη δει πάλι υγιή, χωρίς να γνωρίζει το φάρμακο. Ο ασθενής αυτός θα χειροτερέψει για λίγο καιρό ακόμη, ενώ είναι δύσκολο να γνωρίζουμε εάν βρισκόμαστε ενώπιον της όξυνσης της κρίσης πριν από την οικονομική και πολιτική ανάκαμψη.
Enhanced by Zemanta

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Liberation: Ο Ελληνας πρωθυπουργός δεν μπορεί να κυβερνήσει...

Τα αρνητικά δημοσιεύματα για τη χώρα μας κάνουν την επανεμφάνισή τους στην εφημερίδα Liberation. «Η Ελλάδα βρίσκεται σε αναταραχή γιατί ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να κυβερνήσει και ο υπουργός Οικονομικών αρνήθηκε να αναλάβει» γράφει η εφημερίδα και αναφέρει τα προβλήματα υγείας που γνωρίζουμε.

Στη συνέχεια η γαλλική εφημερίδα αναφέρεται στα τρία ατυχήματα της χώρας: Στην χειρουργική επέμβαση του πρωθυπουργού, στην αποχώρηση Ράπανου από την κυβέρνηση και στην γκάφα της εκπροσώπησης της χώρας στη Σύνοδο Κορυφής από τον Δημήτρη Αβραμόπουλο. «Θα τεθεί επικεφαλής της αντιπροσωπείας της χώρας ο 83χρονος Κάρολος Παπούλιας που εκτελεί εντελώς τιμητικά χρέη Προέδρου της Δημοκρατίας» αναφέρει το δημοσίευμα.

«Η νέα κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» είχε αναγγείλει ότι θα έδινε «μεγάλη μάχη» στη Σύνοδο Κορυφής των 27 χωρών μελών της ΕΕ για να επαναδιαπραγματευτεί το πρόγραμμα λιτότητας που υφίσταται εις αντάλλαγμα της μεγάλης οικονομικής βοήθειας που δέχεται» υπογραμμίζει, όχι χωρίς ειρωνεία, η Liberation.

Η εφημερίδα κάνει αναφορά στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και σε δηλώσεις του ότι η Ελλάδα έχασε μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων καθώς και ότι πρέπει να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που της έχουν επιβληθεί.

«Μια δραματική εβδομάδα με την Ελλάδα στο νοσοκομείο» γράφει η εφημερίδα, χρησιμοποιώντας τίτλο από την εφημερίδα Τα Νέα και τονίζει ότι ο Βασίλης Ράπανος παραιτήθηκε για λόγους υγείας αλλά και για πολιτικούς λόγους, χωρίς να διευκρινίζει ποιοι είναι αυτοί.

«Η Ελλάδα ζητάει διορία δυο επιπλέον χρόνια για τη δημοσιονομική προσαρμογή. Ζητάει επίσης πάγωμα των απολύσεων στο δημόσιο την ώρα που το Μνημόνιο προβλέπει ότι 150.000 άτομα πρέπει να απολυθούν ως το 2015» γράφει η εφημερίδα και αναφέρει εκ νέου στην αποκάλυψη που έκανε το Βήμα ότι 70.000 δημόσιοι υπάλληλοι προσλήφθηκαν το 2010 και το 2011, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Ελλάδα.

«Μετά από δυο μήνες κυβερνητικής αστάθειας, εξαιτίας λαθών των πολιτικών ηγεσιών, η Ελλάδα βρίσκεται πάλι στο χείλος της στάσης πληρωμών αφού όλοι οι μακροοικονομικοί στόχοι του Μνημονίου απέτυχαν. Μια ενδεχόμενη επιμήκυνση του προγράμματος λιτότητας ως το 2015 θα απαιτούσε ένα νέο δάνειο 20 δισ. ευρώ αφού η Ελλάδα θα είναι ακόμη ανίκανη να επιστρέψει στις αγορές για να δανειστεί» καταλήγει το δηλητηριώδες δημοσίευμα της Liberation.
Enhanced by Zemanta

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Διαβούλευση για τα σχέδια διαχείρισης υδατικών πόρων : ενστάσεις επί της ουσίας και επί της διαδικασίας.

της Δέσποινας Σπανούδη
 
Η παρουσίαση του σχεδίου που έγινε στις 21/6 στην Λιβαδειά οργανώθηκε από την Γ.Γ. Υδάτων του ΥΠΕΚΑ.. Η συμμετοχή τοπικών φορέων και ενδιαφερόμενων ήταν πολύ χαμηλή σε μια αρκετά ακριβή διοργάνωση που ωστόσο δεν είχε προετοιμαστεί: ακόμη και η υποτυπώδης ηλεκτρονική πρόσκληση που είχε σταλεί λίγες ημέρες πριν, δεν ανέφερε παρά τον τίτλο και τον τόπο. Η παρουσίαση, αντί να εστιάσει στα συμπεράσματα και τις προτάσεις του σχεδίου, αναλώθηκε επί πολλές ώρες στην περιγραφή της μεθοδολογίας με αποτέλεσμα να μείνουμε ελάχιστοι μέχρι το τέλος.  Ως προς το περιεχόμενο του σχεδίου με μια πρώτη προσέγγιση:
-      -    Δεν αποτιμήθηκε η ύπαρξη του εξασθενούς χρωμίου στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα (με την εξαίρεση του Ασωπού για τον οποίο έχει εκδοθεί ειδικό χαμηλό όριο). Ωστόσο όπως επισημάναμε, η επιβάρυνση με τον συγκεκριμένο καρκινογόνο ρύπο, όχι μόνο έχει τεράστιες οικολογικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις, αλλά λαμβάνεται υπόψη και από τα Υπουργεία (Υγείας και Περιβάλλοντος) που ζητούν να μετριέται από τους Δήμους. Επιπλέον ήδη επηρρεάζει αποφασιστικά τη διαχείριση υδάτινων πόρων αφού στις εκτεταμένες επιβαρυμένες περιοχές
της Βοιωτίας και της Εύβοιας γίνονται έργα μεταφοράς νερού από Μόρνο και Υλίκη τόσο για ύδρευση όσο και για άρδευση.
-          Η αδρή διαβάθμιση της ποιοτικής κατάστασης των υδάτινων πόρων σε καλή –κακή δεν αποτυπώνει την τεράστια καταστροφή σε περιοχές ανεξέλεγκτης βιομηχανικής ρύπανσης και δεν δημιουργεί συνέπειες ως προς την πλήρη ακαταλληλότητα του νερού για χρήση από τις βιομηχανίες τροφίμων και ποτών.
-          Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν λήφθηκαν από υπάρχουσες μετρήσεις και μελέτες χωρίς πρωτογενή αποτύπωση για τις ανάγκες του τόσο σοβαρού αυτού σχεδίου
Ως προς τα προτεινόμενα μέτρα που είναι αρκετά, υπάρχουν ωστόσο ελλείψεις και γενικότητες τις οποίες επισημάναμε. Ενδεικτικά :
-          δεν αποτιμάται η επιβάρυνση των υδατικών πόρων λόγω των εξορυκτικών δραστηριοτήτων σε Φωκίδα, Φθιώτιδα, Βοιωτία, Εύβοια
-          προσδιορίζεται η παύση της διάθεσης των εκατομμυρίων τόνων μεταλλευτικών αποβλήτων σε Αντίκυρα (Κορινθιακός) και Λάρυμνα (β. Ευβοικός) αλλά χωρίς να ορίζεται ο τρόπος διαχείρισης
-          δεν υπάρχει καμμία καταγραφή και πρόταση για τα μικρά υδροηλεκτρικά που πολλαπλασιάζονται χωρίς αποτίμηση των επιπτώσεων τους
-          προτείνεται ο «εκσυγχρονισμός» του πλαισίου προστασίας της Υλίκης αλλά δεν είναι σαφές σε πια κατεύθυνση
-          προτείνεται η αλλαγή του χωροταξικού των υδατοκαλλιεργειών - ένα θέμα για το οποίο δίνεται αγώνας για την τροποποίησή του- αλλά δεν προσδιορίζονται προτεινόμενες τροποποιήσεις (π.χ. ποιές περιοχές πρέπει να εξαιρεθούν)
-          θα πρέπει να υπάρξει ηλεκτρονική χαρτογράφηση της ποιοτικής και ποσοτικής κατάστασης όλων των γεωτρήσεων και on-line δυνατότητα παροχής και λήψης στοιχείων
-          θα πρέπει να προταθεί η ύπαρξη ορίου για το εξασθενές χρώμιο –θεωρούμε ότι δεν πρέπει να ανιχνεύεται στο πόσιμο νερό καθώς και ορίων τοξικών ρύπων και βαρέων μετάλλων σε τρόφιμα-ποτά.
-          ο περιορισμός νερού και φυτοφαρμάκων στη γεωργία πρέπει να περιλαμβάνει τη χρήση κλειστών, αυτοματοποιημένων συστημάτων άρδευσης και στάγδην άρδευση καθώς και εφαρμογή προγραμμάτων ορθολογικής χρήσης αγροχημικών
-          θα πρέπει να δοθεί ιεράρχηση και χρονοδιάγραμμα εφαρμογής
-          θα πρέπει να ζητηθεί γνωμοδότηση και από τα δημοτικά συμβούλια
Σε γενικές γραμμές θεωρούμε ότι το πρόβλημα των νερών στην περιοχή μας αφορά τόσο τα ποιοτικά (κυρίως ρύπανση από βιομηχανικά/ αστικά/ αγροτικά στερεά και υγρά απόβλητα σε Ευβοικό – Κορινθιακό- Μαλιακό, καθώς και σε ποτάμια και υπόγεια νερά σε μεγάλο μέρος της Βοιωτίας, της Εύβοιας και σε τμήμα του Σπερχειού) όσο και τα ποσοτικά χαρακτηριστικά (μεταφορά νερού από Φωκίδα και Βοιωτία προς την Αττική).
Επίσης ένα ιδιαίτερα κρίσιμο θέμα που έχει ήδη ανοίξει είναι η ιδιωτικοποίηση των υδάτινων πόρων. Θεωρώντας ότι το νερό είναι κοινωνικό και περιβαλλοντικό αγαθό με οικονομικές συνέπειες αλλά όχι οικονομικο/εμπορικό αγαθό, θεωρούμε ότι οι προτάσεις για την τιμολογιακή πολιτική πρέπει να συνεκτιμούν την δικαιοσύνη στη χρήση του νερού και την απρόσκοπτη πρόσβαση όλων σε επαρκείς ποσότητες. Τέλος οι φορείς διαχείρισης και διανομής πρέπει να βρίσκονται κάτω από δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία.

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Τα σχέδια Β για την επόμενη μέρα των εκλογών στην Ελλάδα

Με άρθρο του με τίτλο: «Τι θα συνέβαινε τη Δευτέρα αν...» στην εφημερίδα Καθημερινή, ο Νίκος Xρυσολωράς περιγράφει το παρασκήνιο της μαζικής απόσυρσης καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες την περίοδο των εκλογών, το ρόλο αξιωματούχων των Βρυξελλών και του Βερολίνου αλλά και τα πιθανά σενάρια των όσων θα συνέβαιναν τη Δευτέρα μετά τις εκλογές:

«Καθώς η μαζική απόσυρση καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες πριν από τις εκλογές της περασμένης Κυριακής λάμβανε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η Αθήνα υπέβαλε το εξής ερώτημα στις Βρυξέλλες: «Είναι νόμιμη η επιβολή περιορισμών στις κινήσεις κεφαλαίων στην ενιαία αγορά;».

Η απάντηση που πήρε από τις αρμόδιες νομικές υπηρεσίες της Κομισιόν ήταν ότι κάτι τέτοιο προβλέπεται μόνο σε περιπτώσεις σοβαρής διαταραχής της δημόσιας τάξης, κάτι που θα μπορούσε να συμβεί αν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης προκαλούσε πανικό τη Δευτέρα το πρωί.

Στο μεταξύ, άνθρωποι της τρόικας στην Αθήνα, αλλά και αξιωματούχοι των Βρυξελλών και του Βερολίνου είχαν αναπτύξει διαύλους επικοινωνίας με τα επιτελεία και των δύο βασικών διεκδικητών της εξουσίας στην Ελλάδα.

Σκοπός των επαφών αυτών ήταν να αποτραπούν εμπρηστικές τοποθετήσεις που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ανεξέλεγκτες καταστάσεις το πρωί της Δευτέρας. Την ίδια στιγμή, οι υπηρεσίες του Ολι Ρεν στην Κομισιόν, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. πέρασαν το Σαββατοκύριακο με κομμένη την ανάσα.

Η αντίδρασή τους σε τυχόν εκλογικό αποτέλεσμα που θα οδηγούσε σε καταγγελία του Μνημονίου θα κλιμακωνόταν ανάλογα με την αντίδραση των αγορών. Τα μάτια όλων επρόκειτο να στραφούν στη Νέα Ζηλανδία, όπου άνοιγε το πρώτο χρηματιστήριο για τη Δευτέρα, στη συνέχεια στην Αυστραλία και την Ασία. Αν η έκβαση της αναμέτρησης στην Ελλάδα οδηγούσε σε μίνι κραχ εκεί, τότε οι κεντρικές τράπεζες του πλανήτη είχαν σχεδιάσει σαρωτική παρέμβαση στις αγορές.

Και μείωση επιτοκίου

Οπως είναι φυσικό, η ΕΚΤ θα παρενέβαινε για να στηρίξει την Ισπανία και την Κύπρο, παρά τις επιφυλάξεις που και πάλι εξέφρασε το Βερολίνο για το εύρος της αντίδρασης. Σε δεύτερη φάση, η ΕΚΤ θα προχωρούσε σε μείωση του βασικού της επιτοκίου, ενώ ως έσχατο μέτρο συζητήθηκε, αλλά δεν συμφωνήθηκε, η άμεση προώθηση της κοινής πανευρωπαϊκής εγγύησης των καταθέσεων.

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, αν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε τις εκλογές, πολλά θα εξαρτώνταν από τον επινίκιο λόγο του κ. Τσίπρα. Εφόσον σε αυτόν αναφερόταν η πρόθεση καταγγελίας του Μνημονίου, τότε το σχέδιο προέβλεπε εντατικές διαπραγματεύσεις με την Αθήνα, τις πρώτες 24 ώρες.

Σημειώνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα, η παροχή στήριξης στις ελληνικές τράπεζες θα συνεχιζόταν, ώστε να μην επιμολυνθεί με πανικό το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κι αυτό γιατί μια ενδεχόμενη διακοπή των δόσεων προς την Ελλάδα θα σήμαινε έλλειψη ρευστότητας και η χώρα μας θα αναγκαζόταν να ξεκινήσει τις διαδικασίες αποχώρησης από την Ευρωζώνη.

Τέλος, «σχέδια Β» για την περίπτωση επιβολής περιορισμού στις κινήσεις κεφαλαίων, τραπεζικού πανικού και χρηματιστηριακού κραχ είχαν εκπονήσει και οι μεγάλες κυβερνήσεις του κόσμου. Εντούτοις, επειδή η αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα ήταν εξέλιξη χωρίς προηγούμενο, τα περισσότερα από αυτά τα σχέδια ήταν «θεωρητικές ασκήσεις» που είναι αμφίβολο αν θα είχαν οποιοδήποτε αποτέλεσμα.

Στην πράξη –ευτυχώς– δεν θα χρειαστεί, κατά πάσα πιθανότητα, να το πληροφορηθούμε ποτέ. Τουλάχιστον αυτό προκύπτει από την έως τώρα αντίδραση των αγορών.»

Κουβέλης στο "ΕΘΝΟΣ": Θα παρακολουθούμε και θα παρεμβαίνουμε

 Η κρίσιμη διπλωματική προσπάθεια στην οποία αποδύεται η κυβέρνηση για την αναθεώρηση της δανειακής σύμβασης δεν εμποδίζει τον Ευάγγελο Βενιζέλο να ανοίξει και το μέτωπο για την ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ. Παρακολουθεί και στηρίζει την κυβερνητική στρατηγική. Συνδράμει στους χειρισμούς του επιτελείου της. Ομως, στην παρούσα φάση θεωρείται επείγουσα και η ανάγκη να τεθούν οι βάσεις για την αναγέννηση του κόμματος. Μία εβδομάδα μετά τις επαναληπτικές εκλογές και λίγες ημέρες πριν από την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής, όπου οι ισχυροί της Ευρώπης θα εστιάσουν την προσοχή τους στο ελληνικό ζήτημα, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε σημαντικά πολιτικά διλήμματα. Επιλέγει τις προτεραιότητες για τις επόμενες εβδομάδες. Ο αγώνας που ξεκινά είναι με μία έννοια "διμέτωπος". Ο Ευ. Βενιζέλος δεν πρόκειται να εγκαταλείψει -τώρα- την προσπάθεια που πρέπει...

Διαβάστε τι είπε ο Φώτης Κουβέλης στο "ΕΘΝΟΣ":

ΕΡ: Η εικόνα της κυβέρνησης, κ. πρόεδρε, εμφανίζεται με έντονο χρώμα μπλε. Φαίνεται ότι είναι μια κυβέρνηση της ΝΔ στην οποία συμμετέχουν και κάποιοι συνεργαζόμενοι.
ΑΠ: Είναι γεγονός ότι τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου στη μεγάλη τους πλειονότητα ανήκουν στη ΝΔ. Αυτό βεβαίως έχει την εξήγησή του. Από τη στιγμή που η ΔΗΜΑΡ επέλεξε να μη συμμετέχει με κεντρικά πολιτικά στελέχη, την ίδια απόφαση είχε πάρει και το ΠΑΣΟΚ, επόμενο ήταν η πλειονότητα των μελών του
Υπουργικού Συμβουλίου να ανήκουν στον χώρο της ΝΔ. Βέβαια, το χαρακτηριστικό του κυβερνητικού σχήματος είναι ότι επίσης στο μεγαλύτερο βαθμό είναι νέα πρόσωπα, όχι ότι δεν υπάρχουν και πρόσωπα

που ανήκουν στο παλαιότερο πολιτικό προσωπικό και κατείχαν στο παρελθόν κυβερνητικές θέσεις επί ΝΔ, αλλά ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανήκουν στη νεότερη γενιά πολιτικών. Αυτή όμως η κυβέρνηση, κυβέρνηση εθνικής ευθύνης, όπως την έχω ονομάσει, στηρίζεται σε μία συγκεκριμένη προγραμματική συμφωνία. Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό. Αυτό που διεκδικούμε επίμονα και συστηματικά είναι
τα όσα προγραμματικά έχουν συμφωνηθεί να καταγραφούν με ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, με θετικό αποτύπωμα στην κοινωνία.
 ΕΡ: Κάνοντας μια δεύτερη σκέψη, κ. πρόεδρε, δεν θα επιθυμούσατε να συμμετέχουν στην κυβέρνηση από τη ΔΗΜΑΡ κεντρικά στελέχη του κόμματος Δίνεται η αίσθηση ότι η ΔΗΜΑΡ με το ένα πόδι βρίσκεται μέσα στην κυβέρνηση και με το άλλο είναι εκτός κυβερνητικού σχήματος.
ΑΠ: Η λογική μας δεν είναι ένα πόδι μέσα στην κυβέρνηση και ένα πόδι έξω . Επιμένω ότι το κυρίαρχο στοιχείο είναι η προγραμματική σύγκλιση της κυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό έχουμε συμφωνήσει ότι η κυβέρνηση δεν θα αποτελείται από κομματικά φέουδα. Θα λειτουργεί ενιαία και με διαφάνεια, ενώ η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού θα γίνει με αξιοκρατικά κριτήρια. Συμφωνήσαμε ότι η κυβέρνηση θα στηρίζεται στην ευελιξία, έτσι ώστε οι επιμέρους διαφωνίες που μπορεί να υπάρξουν να μην αναστέλλουν το έργο της ούτε τη συναίνεση που είναι απαραίτητη για το έργο της κυβέρνησης.
ΕΡ: Θα ξανακαλέσετε τους υπόλοιπους αρχηγούς των κομμάτων να συμμετάσχουν στην ομάδα διαπραγμάτευσης που θα μεταβεί στις Βρυξέλλες την ερχόμενη εβδομάδα;
ΑΠ: Η πρόσκλησή μου είναι πάντα ανοιχτή και νομίζω ότι είναι και πρόσκληση των άλλων πολιτικών αρχηγών, διότι εδώ διεκδικούμε τη διαπραγμάτευση για τη χώρα και την κοινωνία. Πρόκειται για μια υπόθεση εθνικού χαρακτήρα. το έχω πει προεκλογικά, το λέω και τώρα: όπου χρειάζεται η Ελλάδα να είναι παρούσα, δεν πρέπει να είναι μόνο με την κυβέρνηση, αλλά με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς.
Είναι ευθύνη των άλλων πολιτικών αρχηγών πώς αντιμετωπίζουν την πρόσκληση.
ΕΡ: Οι 7 θέσεις που παρουσιάσατε ως σχέδιο άμεσης διακυβέρνησης έχουν περιληφθεί στο κείμενο προγραμματικής συμφωνίας;
ΑΠ: Σχεδόν στο σύνολό τους. Οι 7 θέσεις του σχεδίου άμεσης διακυβέρνησης της χώρας που παρουσίασε η ΔΗΜΑΡ προεκλογικά δεν ήταν περίληψη του προγράμματος του κόμματος. Ήταν 7 θέσεις που θα μπορούσαν και μπόρεσαν τελικά να αποτελέσουν κοινό πολιτικό τόπο. Για αυτό και μιλάμε για προγραμματική
σύγκλιση και προγραμματική συμφωνία.
ΕΡ: Υπάρχει κάποιο σημείο που είχατε συμπεριλάβει στην πρότασή σας και δεν υπήρξε τελικά σύγκλιση με τα άλλα κόμματα;
ΑΠ: Δεν υπήρξε συμφωνία στην αλλαγή του εκλογικού νόμου. Εμείς προτείναμε την καθιέρωση της απλής αναλογικής. Βέβαια οι άλλες πολιτικές δυνάμεις μιλάνε για την ανάγκη του εξορθολογισμού του εκλογικού συστήματος, τη μεγαλύτερη αναλογικότητα του εκλογικού νόμου για την αναμόρφωση του απαράδεκτου
μπόνους των 50 εδρών. Το αφήσαμε εκτός προγραμματικής συμφωνίας. Η ΔΗΜΑΡ διατηρεί στο ακέραιο το δικαίωμα να το επαναφέρει μέσα στη Βουλή. Όλα τα άλλα αποτέλεσαν μέρος της προγραμματικής συμφωνίας, όπως η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
ΕΡ: Έχετε τη βούληση μαζί με τους κυβερνητικούς εταίρους να προωθήσετε μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα, όπως για παράδειγμα στη δημόσια διοίκηση;
ΑΠ: Αναμφισβήτητα. Η χώρα πρέπει να μεταρρυθμιστεί. Δεν είναι όμως μεταρρύθμιση να πετσοκόβεις τους κατώτερους μισθούς και να συμπαρασύρονται οι αμοιβές προς τα κάτω.
ΕΡ: Εάν το ΚΚΕ ή ο ΣΥΡΙΖΑ καταθέσουν πρόταση νόμου για την καθιέρωση της απλής αναλογικής, τι προτίθεστε να πράξετε;
ΑΠ: Θα ψηφίσουμε υπέρ της απλής αναλογικής. Δεν δεσμευόμαστε από την προγραμματική συμφωνία να μην καταθέσουμε και δική μας αυτοτελή πρόταση. Δεν έχω βεβαιότητα ποια άλλα κόμματα θα καταθέσουν πρόταση για απλή αναλογική, κυρίως σε σχέση με την κατάργηση του μπόνους.
ΕΡ: Η ΔΗΜΑΡ με ποιον τρόπο θα εγγυηθεί εντός της κυβέρνησης την εφαρμογή του προγράμματος και κυρίως των μέτρων κοινωνικής προστασίας;
ΑΠ: Με τη συνεχή διεκδικητική παρουσία μας στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Προσερχόμαστε ως μαχητές της επιτυχίας του κυβερνητικού έργου και όχι αναμένοντας την αποτυχία. Διεκδικούμε την επιτυχία της κυβέρνησης στη βάση του συμφωνημένου προγράμματος, γιατί θα είναι επιτυχία της κοινωνίας και της χώρας συνολικότερα.
ΕΡ: Σε περίπτωση που η EE και η τρόικα επιμείνουν oris απολύσεις, τι προτίθεστε να πράξετε;
ΑΠ: Υπάρχουν οργανισμοί που πρέπει να συγχωνευτούν ή να καταργηθούν. Το πλεονάζον προσωπικό δεν πρέπει να απολυθεί αλλά να καταταγεί σε άλλες θέσεις, όπου μπορεί να αξιοποιηθεί. Δεν συμφωνούμε με τις απολύσεις. Ένα νέο κύμα ανέργων θα είναι βαρύτατο πλήγμα για την κοινωνία. Η εφεδρεία όπως εφαρμόστηκε ήταν ένα φιάσκο, που αποδυνάμωσε το Δημόσιο από άξια και ικανά στελέχη και δεν είχε κανένα οικονομικό αποτέλεσμα.
ΕΡ: Τι πρέπει να περιμένουν οι πολίτες από τη συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση;
ΑΠ: Τη συνέπεια στην εφαρμογή των όσων έχουμε συμφωνήσει. Θα υπερασπιστούμε τα φιλολαϊκά μέτρα που διεκδικήσαμε να ενταχθούν στο πρόγραμμα της κυβέρνησης. Εκεί θα είμαστε αμετακίνητοι, θα είμαστε διαρκώς παρόντες προκειμένου να έχουμε την υλοποίηση των συμφωνηθέντων.
ΕΡ: Τώρα που συνεργάζεστε με τον κ. Βενιζέλο στην κυβέρνηση, βλέπετε πιθανό το ενδεχόμενο να ενώσετε τις κομματικές σας δυνάμεις στο μέλλον για τον σχηματισμό ενός κόμματος της Κεντροαριστεράς
ΑΠ: Όχι. Η Κεντροαριστερά είναι μια φθαρμένη έννοια. Η συγκρότηση του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, ο τρίτος πόλος της πολιτικής σκηνής, θα πρέπει να γίνει με πρωτογενή κοινωνικό στοιχεία και όχι με συμφωνίες κορυφής. Η ΔΗΜΑΡ μπορεί να γίνει το πολιτικό σπίτι δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, των σοσιαλιστών, των μεταρρυθμιστών, των προοδευτικών πολιτών, των κινημάτων, της πολιτικής οικολογίας. Επαναλαμβάνω, σε αυτή την κατεύθυνση, την πρόσκληση που είχα απευθύνει στους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ να έρθουν στις γραμμές της Δημοκρατικής Αριστεράς για να διαμορφώσουμε τη μεγάλη συλλογικότητα του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.
ΕΡ: Τι έχετε να απαντήσετε σε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγραψαν «ντροπή» στη ΔΗΜΑΡ για την επιλογή της να μπει στην κυβέρνηση;
ΑΠ: Ο καθείς και τα όπλα του. Όχι μόνο δεν αισθανόμαστε ντροπή, αλλά αισθανόμαστε ότι έχουμε κρατήσει υπεύθυνη στάση για τη χώρα και την κοινωνία. Όποιος επιλέγει τα έδρανα της αντιπολίτευσης και την άνεση της μη συμμετοχής, είναι εκτεθειμένος απέναντι στις μεγάλες ώρες ευθύνης για τις δύσκολες στιγμές που
περνά η Ελλάδα.
ΕΡ: Σε περίπτωση που οι ευρωπαίοι εταίροι δεν δεχτούν ένα μεγάλο μέρος των κυβερνητικών προτάσεων, ποια θα είναι η στάση της ΔΗΜΑΡ; Θα αποχωρήσετε από το κυβερνητικό σχήμα;
ΑΠ: Με την Ευρώπη πρόκειται να προχωρήσουμε σε μία σκληρή διαπραγμάτευση. Διεκδικούμε την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και ταυτόχρονα τη σταδιακή αποδέσμευση από το Μνημόνιο. Στην Ευρώπη αλλάζουν οι πολιτικοί συσχετισμοί αναφορικά με την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους στην Ελλάδα και στον ευρωπαϊκό Νότο. Η ίδια n πραγματικότητα επιβάλλει την αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής για την οικονομική διακυβέρνηση με στόχο να προωθηθεί πλέον η ανάπτυξη. Η απουσία της ανάπτυξης δεν απειλεί μόνο τις χώρες του Νότου, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη. Οι εταίροι μας οφείλουν να αντιληφθούν και το αντιλαμβάνονται σε σημαντικό βαθμό ότι στο βαθμό που η ευρωπαϊκή πορεία δεν αποκτά συνεκτικά στοιχεία και κοινή οικονομική διακυβέρνηση, τότε θα είναι μία Ευρώπη που θα δημιουργεί φυγόκεντρες τάσεις.
ΕΡ: Με δεδομένη την κρίση που διέρχεται η Ευρωζώνη, η προσπάθεια οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της EE δεν θα πραγματοποιηθεί με τους όρους της ισχυρότερης ευρωπαϊκής οικονομικής δύναμης που είναι η Γερμανία; Οδεύουμε προς μία γερμανική Ευρώπη τελικά;
ΑΠ: Και η Γαλλία, αλλά και άλλες χώρες αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορεί να κινηθεί η ευρωπαϊκή πολιτική στην πορεία για την οποία επιμένει η κ. Μέρκελ. Αυτή την αντίληψη δεν την έχουν μόνο εκτός Γερμανίας άλλο και στο εσωτερικό της χώρας. Η πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ ηττάται στη Γερμανία.
ΕΡ: Θα επιμείνω κε πρόεδρε, σε περίπτωση που αθετηθούν οι συμφωνίες που έχετε πραγματοποιήσει για την προγραμματική συμφωνία, τι θα κάνετε;
ΑΠ: Εάν η συμφωνία δεν τηρηθεί τότε η συνοχή δεν θα υπάρχει. Η ΔΗΜΑΡ όμως και εγώ προσωπικά προσερχόμαστε για να στηρίξουμε το έργο της κυβέρνησης. Γιατί ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για τη χώρα. Η κυβέρνηση συνεργασίας δεν ήταν αυτοσκοπός μας. Ήταν η ανάγκη της χώρας. Διαφορετικά θα επιλέγαμε την άνεση της αντιπολίτευσης. Αντίθετα, το ποσοστό που μας έδωσε ο λαός το μετατρέπουμε σε ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να περπατήσει σε δρόμους προκοπής και ανάτασης και να βγει από τα αδιέξοδα που έχει περιέλθει.
ΕΡ: Μέχρι σήμερα ελάχιστες εξαγγελίες περί αξιοκρατίας έχουν γίνει πράξη. Σας θυμίζω την προσπάθεια να επιλεγούν γενικοί γραμματείς από την πρώτη κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου με την αποστολή βιογραφικών. Υπήρχαν σημαντικές καθυστερήσεις στην επιλογή των γραμματέων, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί το
κράτος. Πρακτικά πώς θα εφαρμοστεί η αρχή της αξιοκρατίας στην επιλογή των στελεχών του κρατικού μηχανισμού;
ΑΠ: Η ίδια η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα δεν αφήνει περιθώρια για επιστροφή σε επιλογές και μεθόδους του παρελθόντος. Η συνεχής παρακολούθηση του έργου της κυβέρνησης από τους τρεις αρχηγούς των κομμάτων αποτελεί μια εγγύηση για την επίτευξη του επιθυμητού πολιτικού αποτελέσματος. Εχω προτείνει επίσης, και νομίζω ότι n πρότασή μου θα γίνει αποδεκτή, να υπάρχει διαρκής έλεγχος
του κυβερνητικού προγράμματος όχι μόνο ως προς τους στόχους άλλο και ως προς τις εφαρμοζόμενες πολιτικές.
ΕΡ: Στην πρότασή σας περιλαμβάνεται η δημιουργία ενός οργάνου που θα παρακολουθεί το πολιτικό έργο της κυβέρνησης;
ΑΠ: Η επιτροπή διαπραγμάτευσης που εκπόνησε την εισήγηση για την προγραμματική σύγκληση να είναι μια επιτροπή παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου, όχι με την έννοια της ποδηγέτησης ή ενός ελέγχου που μπορεί να δημιουργεί εμπλοκές, άλλο για την παρακολούθηση του αποτελέσματος που θέλουμε να έχουμε.
Θα συγκροτηθεί και μια διαπραγματευτική ομάδα στην οποία θα συμμετέχουν ο πρωθυπουργός και οι αρχηγοί των δύο κομμάτων μαζί με πρόσωπα που θα διαθέτουν και την εξειδικευμένη γνώση και τη συγκεκριμένη πολιτική ικανότητα, έτσι ώστε η διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους να έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.
Enhanced by Zemanta

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Η ώρα της ευθύνης

Tου ΚΩΣΤΑ ΧΑΪΝΑ

Στελέχους της ΔΗΜ.ΑΡ.

Η 18η Ιουνίου 2012 ήταν μια άλλη μέρα. Ίσως αποδειχθεί μια σημαντική μέρα για την νεότερη ιστορία της χώρας. Μόνο το γεγονός ότι τρεις πολιτικές δυνάμεις από ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα, ξεπέρασαν σύνδρομα και αναστολές χρόνων και συναντήθηκαν αποδεικνύοντας ότι σε έκτακτες συνθήκες μιας χώρας, μπορούν και πρέπει οι πολιτικές δυνάμεις να συνεννοούνται για το κοινό καλό και για το καλό της χώρας. Γιατί σε έκτακτες συνθήκες υπάρχει κοινό καλό και το καλό μιας χώρας. Γιατί αυτό το κοινό καλό, το καλό της χώρας σε τέτοιες έκτακτες συνθήκες, ξεπερνάει τα κομματικά σύνορα, υπερβαίνει τις ταξικές και κοινωνικές διαφορές σε μεγάλο βαθμό. Δηλαδή, σε συνθήκες μιας κρίσης όπως αυτή που περνά σήμερα η χώρα μας, που η διάσταση της παίρνει εθνικό χαρακτήρα, τότε οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να δείχνουν την μέγιστη ροπή προς εθνική συνεννόηση.

Και ποιο είναι σήμερα το κοινό καλό, το καλό της χώρας θα ρωτήσει κάποιος καλοπροαίρετος ; 

Άμεσα η αποφυγή της άτακτης χρεοκοπίας της χώρας και μεσοπρόθεσμα η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους της χώρας μέσα από τις διαδικασίες της δημοκρατικής ολοκλήρωσης μιας Ευρώπης που αλλάζει και ο μηδενισμός του πρωτογενούς μας ελλείμματος με τον εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών και την αύξηση των εσόδων του Κράτους. Και ταυτόχρονα η αντιμετώπιση των δικών μας προβλημάτων, -ανεξαρτήτως μνημονίων- της αποφασιστικής προώθησης των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, η εφαρμογή της αξιοκρατίας και της αξιολόγησης στο δημόσιο τομέα, το ξήλωμα του πελατειακού συστήματος και των κρατικοδίαιτων συντεχνιών και τόσα άλλα που πρέπει να γίνουν για να μετατρέψουμε το Κράτος μας σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό αστικό Κράτος. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα στη χώρα μας και όχι ο σοσιαλισμός. Και λέμε ανεξαρτήτως μνημονίων, γιατί αυτά που πρέπει να γίνουν σήμερα στη χώρα–πριν πολλά χρόνια θα λέγαμε καλύτερα-, είναι ντροπή σήμερα για το πολιτικό σύστημα να τα εμφανίζει ως απαιτήσεις της τρόϊκας. Δηλαδή το περιουσιολόγιο, το κτηματολόγιο, ο χωροταξικός σχεδιασμός της χώρας, η πάταξη της φοροδιαφυγής, η κατάργηση κάποιων συντεχνιακών «κατακτήσεων» σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων και των υπηρεσιών υγείας, όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις είναι δυνατόν να μην μπορούμε να τις κάνουμε μόνοι μας και να επικαλούμαστε το μνημόνιο και την τρόϊκα ; Ας τελειώνουμε επιτέλους με τις λεγόμενες μνημονιακές ή αντιμνημονιακές πολιτικές. Δεν υπάρχουν τέτοιες. Αυτές ήταν μόνο στην πολιτική φαντασία κάποιων που έχτισαν όλη την πολιτική τους και την επικοινωνιακή τους Στρατηγική σε μια ανύπαρκτη πολιτικά αντίθεση. Μνημόνιο ή αντι-μνημόνιο. Γιατί κάνουν το ίδιο στην ουσία με τις πολιτικές δυνάμεις που Κυβέρνησαν τα τελευταία σαράντα χρόνια και έχουν την βασική ευθύνη για τα σημερινά αδιέξοδα της χώρας, οι οποίες κρύφτηκαν πίσω από την τρόϊκα και δεν προώθησαν καμιά μεταρρύθμιση, έρμαια του πελατειακού τους συστήματος και των ισχυρών συμφερόντων που αντιδρούν μανιασμένα σε κάθε αλλαγή που μπορούν να θίξουν τα προνόμια τους. Όμως σήμερα κανείς δεν μπορεί να συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τα μνημόνια και την τρόϊκα. Γιατί μπροστά στον καθένα θα τίθενται αμείλικτα τα ερωτήματα που θα απαιτούν απαντήσεις. Είσαι υπέρ ή κατά του περιουσιολογίου ; Είσαι υπέρ ή κατά των μεταρρυθμίσεων ; Και εκεί θα κριθούν όλοι, συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι.

Γιατί αυτή είναι η κυρίαρχη αντίθεση σήμερα, για να κάνουμε και μια προσέγγιση από μαρξιστική σκοπιά. Σήμερα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε αντιθέσεις, όπως δημοκρατικό ή πελατειακό κράτος, συντεχνιακά συμφέροντα ή κοινωνικά συμφέροντα, φοροδιαφυγή ή φορολογική δικαιοσύνη, αξιοκρατία ή αναξιοκρατία, ανομία ή τήρηση των νόμων, αξιολόγηση ή ισοπέδωση, διαφάνεια ή αδιαφάνεια, ίσες ευκαιρίες για όλους ή ευνοιοκρατία, κ.ο.κ.  Αυτές είναι οι κυρίαρχες αντιθέσεις που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα αυτή η Κυβέρνηση συνεργασίας, χωρίς ιδεοληψίες και κομματικές περιχαρακώσεις.

Και τι θέλει η Δημοκρατική Αριστερά στην Κυβέρνηση αυτή ; Θα συνεχίσει να ρωτάει ο καλοπροαίρετος πολίτης.

Μα για να προχωρήσουν αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι η απάντηση. Γιατί τα άλλα δύο κόμματα που στηρίζουν αυτή την Κυβέρνηση απέδειξαν ότι, είτε δεν ήθελαν τις μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές αυτές, είτε δεν μπορούσαν πιεζόμενα από τα συντεχνιακά κομματικά τους βαρίδια τύπου «Φωτόπουλου» ή «Λυμπερόπουλου». Εδώ είναι και ο ρόλος της Δημοκρατικής Αριστεράς. Συναισθανόμενη τις ευθύνες της αλλά και τις δυνάμεις που τις έδωσε ο ελληνικός λαός, έπαιξε τον καταλυτικό ρόλο για την συγκρότηση αυτής της Κυβέρνησης. Θα μπορούσε να έμενε απέξω εφόσον τα άλλα δύο κόμματα έχουν την απαραίτητα κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή όμως τι θα άλλαζε με το χθες; Τι προοπτική θα είχε αυτή η Κυβέρνηση ; Νομίζω καμία. Όμως επέλεξε να στηρίξει την Κυβέρνηση και να προτείνει και πρόσωπα –έστω και όχι τόσο έντονα πολιτικά πρόσωπα- που θα στελεχώσουν κάποιες υπεύθυνες Κυβερνητικές θέσεις. Και νομίζω ότι σωστά έπραξε –αν και θα την ήθελα πιο αποφασιστική και με πιο ενεργή συμμετοχή. Όμως σημασία έχει ότι η Δημοκρατική Αριστερά, σπάζοντας μύθους και προκαταλήψεις, αποφασίζει έστω και έτσι να στηρίξει την Κυβέρνηση αυτή, έστω και αν έχει έντονο «μπλε» χρώμα. Η ουσία λοιπόν είναι, ότι η στήριξη της Δημοκρατικής Αριστεράς έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην άμεση συγκρότησή της και δίνει κάποια εχέγγυα προοπτικής.

Και είσαι σίγουρος ότι θα πετύχει αυτή η Κυβέρνηση συνεχίζει ακάθεκτος ο καλοπροαίρετος συνομιλητής μου ;

Όχι βέβαια, κανένας δεν μπορεί να διαβεβαιώσει –πριν δοκιμαστεί δηλαδή η Κυβέρνηση -  την επιτυχία της ή την αποτυχία της. Το θέμα είναι ότι δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις. Είτε θα έπρεπε να συγκροτηθεί Κυβέρνηση είτε να οδηγηθούμε σε νέες εκλογές. Και όλοι το καταλαβαίνουν ότι σήμερα η χώρα δεν άντεχε νέες εκλογές. Και η μόνη Κυβέρνηση με κάποια προοπτική που θα μπορούσε να συγκροτηθεί ήταν μια Κυβέρνηση με την συμβολή της Δημοκρατικής Αριστεράς. Και η συμβολή της δεν θα είναι μόνο στην συγκρότησή της, αλλά και στην συνέχεια. Στην διαδικασία της διακυβέρνησης. Η Κυβέρνηση δεν είναι πλέον μια μονοκομματική Κυβέρνηση του παρελθόντος, όπου ο κάθε υπουργός και η κομματική γραφειοκρατία καθόριζαν τις προτεραιότητες και τις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Στην σημερινή Κυβέρνηση ο κάθε υπουργός δεσμεύεται από το συμφωνηθέν προγραμματικό πλαίσιο, εποπτεύεται και ελέγχεται από τρεις διαφορετικές κοινοβουλευτικές ομάδες, θα ελέγχεται και από την κοινωνία. Πλέον για την κάθε απόφασή τους οι υπουργοί και η Κυβέρνηση συνολικά θα είναι προσεκτικότερη σε σχέση με το παρελθόν. Θα το σκεφτούν πολύ να προσπαθήσουν να περάσουν μεταμεσονύκτιες τροπολογίες. Δηλαδή εξυπηρετήσεις και ρουσφέτια, γιατί πλέον θα είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε σχέση με το παρελθόν και θα γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι το παραμικρό τους ολίσθημα, θα είναι ικανό για τον οριστικό τους εξοβελισμό από την πολιτική ζωή. Αυτά, σε συνδυασμό με τις άμεσες αλλαγές που θα γίνουν στο νόμο περί ευθύνης υπουργών θα σηματοδοτήσουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που τόσα χρόνια βάλτωναν. Άρα υπάρχουν σήμερα κάποιες προϋποθέσεις σχετικής επιτυχίας αυτής της Κυβέρνησης και ο βαθμός της επιτυχίας, θα είναι συνάρτηση των μεταρρυθμίσεων και του βάθους τους, που θα επιχειρήσει να κάνει.

Και κάτι άλλο φίλε συνομιλητή. Είναι καιρός να μαθαίνουμε να συζητάμε και να συνεννοούμαστε. Να εμπεδώνουμε την κουλτούρα της συνεργασίας. Αν είχαμε απλή αναλογική τι θα κάναμε ; Δεν θα συνεργαζόμασταν ; Μάλλον θα είχαμε υποχρεωθεί από πολλά χρόνια τώρα να συνεργαζόμαστε. Όχι, δεν ξεχνάμε τις κομματικές και ιδεολογικές διαφορές. Υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ούτε και σήμερα θα κρύψουμε τις διαφορές μας. Και ασφαλώς προτιμώ τις Κυβερνήσεις που θα έχουν μεγαλύτερη προγραμματική και ιδεολογική σύγκλιση. Σήμερα όμως έχουμε έκτακτες συνθήκες, έχουμε δημοκρατικό έλλειμμα που πρέπει να καλύψουμε με την συμμετοχή όσο γίνεται περισσότερων πολιτικών δυνάμεων. Αύριο, σε άλλες συνθήκες οι συγκλίσεις θα είναι σε άλλα θέματα και οι Κυβερνήσεις θα συγκροτούνται όχι σε έκτακτες συνθήκες αλλά σε ευρύτερη προγραμματική και ιδεολογική βάση

Έτσι λοιπόν θα έλεγα ότι η συνεισφορά της Δημοκρατικής Αριστεράς στην χώρα, με την συγκρότηση της Κυβέρνησης αυτής, είναι πολύ μεγαλύτερη από την πολιτική δύναμη που απέκτησε στις τελευταίες εκλογές και αυτό θα μετρήσει στα θετικά από τους πολίτες. Θα μπορούσε να σκαρφαλώσει στα κεραμίδια, όπως κάνουν κάποιες άλλες δυνάμεις στο όνομα κάποιας αντιμνημονιακής ρητορείας, προσδοκώντας κάποια οφέλη από τη φθορά της Κυβέρνησης. Προτίμησε όμως τα δύσκολα, δείχνοντας και την ποιοτική πολιτική της διαφορά από άλλες δυνάμεις. Δεν φοβήθηκε να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της διακυβέρνησης και έδωσε όχι απλά το παρόν, αλλά συνέβαλλε ουσιαστικά. Θα κριθεί για τις επιλογές αυτές, όπως θα κριθούν όλοι για τις επιλογές που έκαναν, κάνουν και θα κάνουν στο μέλλον.


Κώστας Χαϊνάς
Χαλκίδα 21-6-2012

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

H ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τα αποτελέσματα των εκλογών της 17ης Ιούνη

1. Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου αποτέλεσαν μία κρίσιμη καμπή στη σκληρή αντιπαράθεση που διεξάγεται σήμερα στη ελληνική κοινωνία. Αποτύπωσαν τις μεγάλες συγκρούσεις και διαιρέσεις που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία, την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης ως αποτέλεσμα των μνημονιακών πολιτικών και των μεγάλων εργατικών και λαϊκών αγώνων των τελευταίων χρόνων, τις προσπάθειες ανασύνταξης του μνημονιακού μπλοκ μετά την καταλυτική φθορά και απονομιμοποίηση που του είχε προκαλέσει το λαϊκό κίνημα. Ωστόσο το ρήγμα που άνοιξε ο λαϊκός ξεσηκωμός και που πήρε εκρηκτική μορφή στις εκλογές της 6ης Μάη εξακολουθεί να είναι ενεργό.

2. Η ΝΔ κατάφερε να έχει την πρώτη θέση συσπειρώνοντας ένα σημαντικό τμήμα του συντηρητικού χώρου. Βοηθήθηκε σε αυτό από τα εκβιαστικά διλήμματα και την ιδεολογική τρομοκρατία που κυριάρχησαν στην προεκλογική περίοδο μέσα από την πλήρη ευθυγράμμιση με τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις της ευρωπαϊκής κεφαλαιοκρατίας και της ίδιας της Μέρκελ από τις σκανδαλώδεις και απροκάλυπτες παρεμβάσεις των εκπροσώπων των ηγετικών καπιταλιστικών χώρων υπέρ της ΝΔ. Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση η εκλογική επιτυχία της δεν σημαίνει θρίαμβο. Αντίθετα, παρ’ όλη την πολλαπλή ενίσχυση που δέχτηκε δεν μπόρεσε να περάσει το 30%, παραμένοντας σε ποσοστά χαμηλότερα από το ιστορικό χαμηλό της του 2009. Μαζί με την επιβεβαίωση της κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζει τη βαθιά κρίση των μνημονιακών κομμάτων.

3. Η πρωτιά της ΝΔ ανοίγει το δρόμο για τη συγκρότηση κυβέρνησης με συμμετοχή ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ που θα προσπαθήσει να περάσει ακόμα χειρότερα μέτρα σε βάρος των εργαζόμενων. Μπορεί να μιλάνε για «επαναδιαπραγμάτευση» αλλά είναι σαφές ότι πίσω απ’ το προσωπείο της «εθνικής σωτηρίας» θα είναι μια κυβέρνηση μνημονιακή, βαθιά αντιδραστική, ιδιαίτερα αυταρχική, πλήρως συμμορφωμένη με τις απαιτήσεις κεφαλαίου – ΕΕ - ΔΝΤ, έτοιμη να εφαρμόσει περικοπές, απολύσεις, μειώσεις μισθών και ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

4. Παρά τη στήριξη που έχει από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, την Τρόικα και τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ και παρά τις δηλώσεις Σαμαρά για «κυβέρνηση μακράς πνοής», η νέα κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση ασταθής, με αδυναμία μακροημέρευσης, μια κυβέρνηση που σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη λαϊκή οργή, τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες. Μια κυβέρνηση ακόμα πιο αδύναμη από τις προηγούμενες του ΠΑΣΟΚ και του Παπαδήμου. Γι αυτό άλλωστε και επεδίωξαν και -τελικά εξασφάλισαν- και την συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην νέα συγκυβέρνησή τους αναζητώντας ένα νέο “ροζ” δεκανίκι στην θέση του φθαρμένου “μαύρου” του ΛΑΟΣ. Επιπλέον, σε πείσμα της ρητορείας περί σύντομης επιστροφής στην «ανάπτυξη», η ίδια η πολιτική των Μνημονίων θα φέρνει όλο και πιο κοντά τη χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού, στο φόντο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης αλλά και της ιδιαίτερης βαθιάς κρίσης και αντιδραστικής μετάλλαξης της Ευρωζώνης και συνολικά της ΕΕ. Θα εξακολουθεί να είναι μια κυβέρνηση μεταβατική και υποθηκευμένη, με ημερομηνία λήξης που θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη του λαϊκού εργατικού κινήματος.

5. Σε όλη αυτή την περίοδο των δύο εκλογικών αναμετρήσεων καταγράφηκε μια μαζική στροφή προς τα αριστερά, την οποία καρπώθηκε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντας στην Αριστερά τα μεγαλύτερα ποσοστά της από το 1958! Το γεγονός ότι τόσοι πολλοί ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη στο «μαύρο μέτωπο του Μνημονίου», στα διλήμματα και τους εκβιασμούς της κυρίαρχης τάξης και διάλεξαν να ψηφίσουν Αριστερά, διαμορφώνοντας τα υψηλότερα ποσοστά της στη μετεμφυλιακή ιστορία, εκφράζει ελπιδοφόρες δυνατότητες. Δείχνει έστω και με αντιφάσεις, την διάθεση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας για απαλλαγή από τη λιτότητα και συνολικά την μνημονιακή λαίλαπα, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς είναι πρώτη δύναμη στα εργατικά και λαϊκά στρώματα, στις παραγωγικές ηλικίες, στα αστικά κέντρα.

6. Η ουσιαστική διατήρηση των δυνάμεων της φασιστικής ακροδεξιάς «Χρυσής Αυγής» αποτελεί γεγονός αρνητικό για το λαϊκό κίνημα και την Αριστερά. Είναι αποτέλεσμα της ακροδεξιάς πολιτικής που ακολούθησε ο Σαμαράς που, όπως ο Σαρκοζί στην Γαλλία, υιοθέτησε όλα τα αντιδραστικά ρατσιστικά ιδεολογήματα νομιμοποιώντας στην ουσία την δράση των νεοναζί. Της πολιτικής του Βενιζέλου, που ακόμα και μετά τους τραμπουκισμούς του Κασιδιάρη ενάντια στις βουλευτίνες της Αριστεράς, δήλωνε ότι για την βία στην πολιτική δεν φταίει η Χρυσή Αυγή αλλά η Αριστερά! Επιμένουμε στο δρόμο της αποκάλυψης της εθνικιστικής δημαγωγίας των νέο - ναζί οι οποίοι ενώ υποκλίνονται στο Ευρώ την ΕΕ και το ΝΑΤΟ δηλητηριάζουν τις σχέσεις του λαού της χώρας μας με τις χώρες και τους λαούς της περιοχής, και που με το ρατσιστικό τους δηλητήριο και τα πογκρόμ κατά των μεταναστών επιδιώκουν τον αποπροσανατολισμό και διχασμό του λαϊκού και εργατικού κινήματος. Είναι γνήσιο τέκνο του τερατώδους καπιταλισμού της εποχής μας, της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής κρίσης του και αναπόσπαστο τμήμα των ευρύτερων μηχανισμών καταστολής του συστήματος. Πρέπει να αποτελέσει μήνυμα προς όλη την Αριστερά, για την ανάγκη άμεσης αποκάλυψης του αντιδραστικού, συστημικού, φιλοεργοδοτικού ρόλου της Χρυσής Αυγής και αποφασιστικής αντιμετώπισής της με όρους κινήματος. Ενωτικά κι αποφασιστικά να νικήσουμε τους φασίστες στέλνοντάς τους στους υπονόμους της ιστορίας όπου ανήκουν!

7. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε, στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου να απαντήσει στην ιδεολογική τρομοκρατία για το ευρώ και τους υποτιθέμενους κινδύνους από «μονομερείς ενέργειες». Επιμένοντας στον αριστερό ευρωπαϊσμό και κάνοντας το «ναι στο ευρώ» κεντρικό σημείο της προεκλογικής γραμμή δεν μπορούσε να απαντήσει στη ιδεολογική τρομοκρατία της άρχουσας τάξης και άφησε την προεκλογική αντιπαράθεση να μετατοπιστεί σε πεδία πιο ευνοϊκά για τις δυνάμεις του συστήματος. Αντίθετα, το πρόγραμμά του διαρκώς διολίσθαινε σε μια πρόταση «επαναδιαπραγμάτευσης» εντός των ορίων των δανειακών συμβάσεων και του ευρώ, όρια που έθετε η αστική τάξη μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη. Έτσι δεν άνοιγε το δρόμο ούτε για την άμεση ανακούφιση των λαϊκών τάξεων, ούτε εξέφραζε τη διάθεση του κόσμου του αγώνα, για μεγάλες ανατροπές. Οι «ρεαλισμοί» της ηγεσίας του που έφτασαν να δίνουν όρκους πίστης στο ευρώ, στο πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού ακόμα και στην «ψυχραιμία» της Αστυνομίας (!), αποδείχτηκαν ανεπαρκείς ακόμα και στο εκλογικό επίπεδο. Και σίγουρα δεν συμβαδίζουν με την αγωνιστική και ριζοσπαστική αναζήτηση μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων του, που θέλει την Αριστερά δύναμη στήριξης και ανάπτυξης των αγώνων για να ανατρέψουμε την πολιτική λεηλασίας και καταστροφής της κυβέρνησης Σαμαρά και όχι στον ρόλο μιας «υπεύθυνης αντιπολίτευσης» που θα περιμένει ήρεμα να φθαρεί η νέα κυβέρνηση με στόχο να την διαδεχτεί. Η πολιτική λογική του, ούτε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ούτε τώρα ως «υπεύθυνη αντιπολίτευση», δεν συμβάλλει στις προϋποθέσεις συγκρότησης ενός ευρύτατου κοινωνικού-πολιτικού μετώπου ρήξης και ανατροπής της επίθεσης των μνημονιακών και αστικών δυνάμεων. Γιατί χωρίς ριζοσπαστικό πρόγραμμα ρήξης και ανατροπής και χωρίς οργανωμένο λαό και ισχυρό ταξικό εργατικό κίνημα δεν μπορεί ούτε να ανακοπεί η επίθεση ούτε να διεκδικηθεί νικηφόρα η εξουσία.

8. Η εκλογική πτώση του ΚΚΕ, δεν αποτελεί θετικό γεγονός για το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Είναι, ωστόσο, αποτέλεσμα, τόσο της στρατηγικής του φυσιογνωμίας, όσο και της πολιτικής του. Η ταχτική του σεχταρισμού και της καταγγελίας κομματιών του κινήματος, η παραπομπή των αναγκαίων αντικαπιταλιστικών στόχων ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης, στο ακαθόριστο μέλλον της «λαϊκής εξουσίας», η αντίληψη ότι όλα τα ζητήματα που δίχασαν την κοινωνία (μνημόνιο, ευρώ) είναι «ψευτοδιλήμματα» χωρίς να «σηκώνει το γάντι» της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με τον αντίπαλο στο σήμερα – μια ηττοπαθής ουσιαστικά πολιτική, η επιλογή μιας διασπαστικής τακτικής σε κρίσιμους αγώνες, η άρνηση της κοινής δράσης της Αριστεράς, η εχθρική του στάση απέναντι σε μεγάλες στιγμές του λαϊκού ξεσηκωμού συντέλεσαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Σήμερα το ζητούμενο για όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς και για το ΚΚΕ είναι η συμβολή τους στους μεγάλους ενωτικούς αγώνες του λαϊκού κινήματος και το αντικαπιταλιστικό πολιτικό πρόγραμμα που απαιτεί η εποχή μας.

9. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε μεγάλες απώλειες ψήφων σε σχέση με τις εκλογές της 6ης Μάη, ένα αρνητικό αποτέλεσμα που σε αντίθεση με τη σημαντική άνοδο των εκλογών του Μάη μας επιστρέφει στα επίπεδα του 2009. Μπορεί η εκλογική πόλωση να οδήγησε χιλιάδες ψηφοφόρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (αλλά και του ΚΚΕ και άλλων δυνάμεων της Αριστεράς) να δώσουν μια κριτική ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι έδωσαν την συγκατάθεσή τους για μια «υπεύθυνη αντιπολίτευση». Μαζί έχουμε να οργανώσουμε τις μάχες της επόμενης μέρας, στις οποίες ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι πολύτιμος. Ευχαριστούμε τις χιλιάδες αγωνίστριες και αγωνιστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έδωσαν ένα μεγάλο και δύσκολο αγώνα στην προεκλογική περίοδο, αποφεύγοντας τη λογική του ενδοαριστερού εμφυλίου και επιμένοντας στην προβολή του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης, στην κατεύθυνση του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής, στην προβολή της ανάγκης κλιμάκωσης του αγώνα. Ήταν η μόνη δύναμη που επέμεινε ότι η έξοδος από ευρώ και ΕΕ, η διαγραφή του χρέους, οι εθνικοποιήσεις, ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος μπορούν να αποτελέσουν τη βάση και για την άμεση ανακούφιση του λαού και για την ανατροπή. Βοήθησε πολλούς εργατικούς χώρους να έχουν στη βάση μια συλλογικότητα γύρω από αυτές τις διεκδικήσεις. Επιμένει στην ενωτική κοινή δράση για την υλοποίηση των στόχων του εργατικού κινήματος. Για αυτό η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μια παρουσία καταλυτική για το μέλλον των αγώνων μας που χρειάζεται να ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει πια κατοχυρωθεί ως μια κρίσιμη πολιτική δύναμη της Αριστεράς, με αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και σημαντική κινηματική προσφορά. Ανοιχτήκαμε σε χιλιάδες ανθρώπους και έχουμε τη βάση για αναβαθμισμένη πολιτική και κινηματική εξόρμηση.

Ωστόσο, πρέπει να μας απασχολήσει όλους, με πνεύμα βαθιά αυτοκριτικό, γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα.

· Είναι σαφές ότι αποτυπώνει προβλήματα και αδυναμίες στη συγκρότησή μας και την πλήρη δυνατότητα ενεργοποίησης όλου του δυναμικού μας

· ανεπάρκειές στην ικανότητά μας να συνδεθούμε με όλο αυτό τον κόσμο που στρέφεται προς την Αριστερά, πολιτικές και οργανωτικές αδυναμίες στη σύνδεσή μας με τον κόσμο του κινήματος

· πραγματικά πολιτικά και ιδεολογικά ελλείμματα. Αφενός, στον τρόπο που προβάλλαμε το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και την αναγκαία εκλαΐκευση και εμπλουτισμό του και ως προς τις άμεσες αιχμές και ως προς το πώς αυτές γίνονται υπόθεση της πάλης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, συμβάλλοντας στην άνοδο της πολιτικοποίησής του και την αποτελεσματικότητά του στην ανακούφιση του λαού και ως προς τη σύνδεσή του προγράμματος με μια νέα σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική. Αφετέρου, στο ζήτημα της εξουσίας και το πώς η διεκδίκησή της πρέπει να εντάσσεται σήμερα στο πλαίσιο για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, για να μην καταλήγει σε ήττα, αναδίπλωση και ενσωμάτωση.

Γι’ αυτό και πρέπει να ανοίξει μια βαθιά και ουσιαστική συζήτηση πάνω στο πρόγραμμα, τη γραμμή και την τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με ανοιχτό και δημοκρατικό τρόπο. Με αφετηρία την αναγκαία πολιτική και ιδεολογική αυτοτέλεια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ως αναγκαίου, διακριτού και αναντικατάστατου πόλου μέσα στην Αριστερά. Να κάνουμε ακόμη πιο συγκεκριμένο το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και να κάνουμε σαφές γιατί μόνο ο δρόμος της ρήξης μπορεί να οδηγήσει και σε άμεση ανακούφιση. Να επεξεργαστούμε μια στρατηγική και τακτική για το ζήτημα της κυβερνητικής και πολιτικής εξουσίας που να στηρίζεται στη σημασία της εργατικής και λαϊκής αυτοοργάνωσης και τελικά της επαναστατικής ρήξης με τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης, να δούμε τις αναγκαίες μορφές οργάνωσης του λαού και του κινήματος απέναντι στις νέες επιθέσεις, να επεξεργαστούμε ακόμη περισσότερο και το ριζοσπαστικό περιεχόμενο και τις μορφές που πρέπει να έχει το Αγωνιστικό Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση της Αριστεράς για την αναγκαία προοπτική του άλλου δρόμου της αντικαπιταλιστικής ανατροπής.

10. Μπροστά μας έχουμε μεγάλες προκλήσεις και μάχες

Α) Να οικοδομήσουμε το αναγκαίο αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής και να κλιμακώσουμε τον αγώνα για ένα κίνημα ανατροπής της επίθεσης και της νέας κυβέρνησης και να αποτρέψουμε την καταστροφή του κόσμου της εργασίας. Να κλιμακώσουμε τόσο τις μορφές πάλης, σε στενή σύνδεση με τις αναζητήσεις και τις αγωνίες των ίδιων των εργαζόμενων, διαλέγοντας το δρόμο του «πεζοδρόμιου» και όχι της «υπεύθυνης αντιπολίτευσης», όσο και το πολιτικό περιεχόμενο του κινήματος επιμένοντας στην απαίτηση και διεκδίκηση για κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων, για μονομερή καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, για ρήξη με ευρώ και χρέος, για άμεσα μέτρα ουσιαστικής ανακούφισης των εργαζόμενων.

- Να πάρουμε πρωτοβουλίες για να υπάρξει εδώ και τώρα αγωνιστική απάντηση στα ζητήματα που αφορούν τις συλλογικές συμβάσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, της μαζικές απολύσεις, τα χαράτσια της εφορίας, τον αντιδραστικό νόμο για τα ΑΕΙ που θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν. Ξεκινώντας από την προσπάθεια για πανεργατική απεργία και μεγάλη ενωτική διαδήλωση και κινητοποίηση μετά τη συγκρότηση της κυβέρνησης και με αίτημα την εδώ και τώρα κατάργηση των μνημονιακών νόμων. Μπαίνοντας μπροστά για να συνεχίσουν πρακτικές αγωνιστικού συντονισμού των ίδιων των συνδικάτων και για την ταξική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σε ρήξη με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.

- Να οικοδομήσουμε την οργάνωση του λαού, ως αναγκαίο όρο και για την επιβίωση και για την ανατροπή. Με θαρραλέα βήματα στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Με λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς, και για το συντονισμό της πάλης και για το άνοιγμα της πολιτικής συζήτησης για τον άλλο δρόμο μέσα στον ίδιο το λαό. Με πολύμορφες πρακτικές αλληλεγγύης. Με οργάνωση της αντίστασης και της αυτοάμυνας απέναντι στις πολλαπλές εκφράσεις του μαύρου μετώπου.

- Ενωτικά και αποφασιστικά, να φράξουμε το δρόμο στους νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Να αναπτύξουμε στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία, τις σχολές και τις γειτονιές την λαϊκή δράση απαντώντας από την πλευρά του κινήματος στα προβλήματα που «θρέφουν» τον φασισμό, να εντείνουμε την πολιτική-ιδεολογική αποκάλυψη το ιστορικού και του σημερινού του ρόλου, να καλέσουμε την αριστερά και τις δυνάμεις του κινήματος στην κοινή αντιφασιστική δράση. Να πρωτοστατήσουμε στην πάλη ενάντια στο ρατσισμό, για την ταξική ενότητα ντόπιων και μεταναστών. Με πλατιές ενωτικές δημοκρατικές αντιφασιστικές επιτροπές και πρωτοβουλίες σε κάθε γειτονιά και κάθε χώρο.

Β) Να πάρουμε πρωτοβουλίες για τη συνάντηση όλων των δυνάμεων που κινούνται σε αντικαπιταλιστική, επαναστατική, αντιιμπεριαλιστική, και αντιΕΕ κατεύθυνση. Που επιμένουν στην ανάγκη ρήξης με το χρέος, το ευρώ και μνημόνια ως αναγκαίες αφετηρίες της αριστερής πολιτικής, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που ξεκινήσαμε και πριν τις εκλογές, ξεκινώντας από το βάθεμα του κοινού πολιτικού βηματισμού με αγωνιστές, τάσεις και ρεύματα που συμπορευτήκαμε ή στήριξαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτές τις εκλογές, αλλά και ανοίγοντας τη συζήτηση σε όλες και όλους όσοι μοιράζονται την αγωνία για μια αριστερά πραγματικά ανατρεπτική.

Γ) Να βαθύνουμε την πολιτική συζήτηση, τη δημοκρατία και τη συντροφικότητα στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με άνοιγμα της συζήτησης στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές, στο Πανελλαδικό Συντονιστικό, με πρωτοβουλίες για την αναβάθμιση της προς τα έξω παρουσίας, με αναζήτηση όρων για την καλύτερη ηλεκτρονική και έντυπη παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε αυτό το πλαίσιο καλούμε όλες τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές να προχωρήσουν σε συνελεύσεις και σε διοργάνωση ανοιχτών εκδηλώσεων και συζητήσεων.

Σαν πρώτο βήμα αυτής της συζήτησης προγραμματίζουμε μεγάλη ανοιχτή εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην Αθήνα στις 2 Ιούλη, σε χώρο που θα ανακοινωθεί σύντομα.

Συνεχίζουμε! Ενωτικά, αποφασιστικά και αντικαπιταλιστικά! Στο δρόμο της ρήξης και της ανατροπής

Η Κεντρική Συντονιστική Επιτροπή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Enhanced by Zemanta

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Liberation: Η Ελλάδα είναι το μέλλον μας

Ένα άκρως φιλελληνικό άρθρο όπου εκθειάζεται η κουλτούρα και η ιστορία του Έλληνα, φιλοξενεί σήμερα, την επομένη των εκλογών, η γαλλική εφημερίδα Liberation. Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο...Όχι, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, αν και δραματικό, δεν είναι μια καταστροφή. Είναι επίσης μια ευκαιρία. Γιατί η δύναμη του χρήματος έχει, για πρώτη φορά, υπερβεί με ένταση το ρυθμό της μέχρι τότε σταδιακής, σχολαστικής και προσεκτικά οργανωμένης καταστροφής του δημόσιου συμφέροντος και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και σε μια χώρα τόσο διάσημη για τη φιλοσοφία της ζωής, στον αντίποδα του αγγλοσαξονικού μοντέλου, και διάσημη για την ακούραστη αντίσταση που έχει φέρει στις πολλαπλές μορφές καταπίεσης που προσπάθησαν να τη χαλιναγωγήσουν.

Ο Έλληνας δεν χορεύει και δε θα χορέψει ποτέ στο ένα πόδι, ούτε θα σκύψει δουλικά, ανεξάρτητα από τα καθεστώτα που θέλουν να του επιβάλλουν. Χορεύει με τα χέρια του, σαν να θέλει να πετάξει προς τα αστέρια. Γράφει στους τοίχους αυτό που θα του άρεσε να διαβάσει κάπου αλλού. Καίει μια τράπεζα όταν δεν του αφήνουν πλέον την πολυτέλεια να ψήσει στην παραδοσιακή του ψησταριά. Ο Έλληνας είναι τόσο ζωντανός, όσο η ιδεολογία της απειλής θανάσιμη. Και ο Έλληνας αν και χτυπημένος μέχρι θανάτου, στο τέλος πάντα σηκώνεται.

Ναι, η Ευρώπη της οικονομίας ήθελε να δημιουργήσει ένα παράδειγμα. Αλλά μες τον εκνευρισμό της να χτυπήσει τη χώρα που φαινόταν η πιο αδύναμη στη ευρωζώνη, μέσα στην υπερβολική της βία, η μάσκα της έπεσε. Είναι τώρα περισσότερο από ποτέ, η ώρα να καταδείξουμε το αληθινό της πρόσωπο: αυτό του ολοκληρωτισμού. Γιατί πρόκειται πραγματικά περί αυτού. Και υπάρχει μόνο μία απάντηση στον ολοκληρωτισμό: ο αγώνας, επίμονος και ανυποχώρητος, μέχρι τη μάχη, αν χρειαστεί, καθώς διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη.

Έχουμε έναν κόσμο, μια ζωή, και αξίες να υπερασπιστούμε. Παντού στους δρόμους, είναι τα αδέλφια μας, οι αδελφές μας, τα παιδιά μας, οι γονείς μας, οι οποίοι έχουν πληγεί μπροστά στα μάτια μας, ακόμα και αν είναι μακριά. Πεινάμε, κρυώνουμε και πονάμε μαζί τους. Όλα τα χτυπήματα που δέχονται μας τραυματίζουν εξίσου. Κάθε παιδί στην Ελλάδα που λιποθυμά στο σχολείο του, μας καλεί στην αγανάκτηση και στην εξέγερση.

Για τους Έλληνες, είναι καιρός να πούνε όχι, και, για όλους εμάς, ήρθε ο καιρός να τους υποστηρίξουμε. Επειδή ο ελληνικός λαός σήμερα ηγείται της μάχης κατά του οικονομικού ολοκληρωτισμού, που καταστρέφει παντού τη δημόσια περιουσία, απειλεί την καθημερινή επιβίωση, διαδίδει την απόγνωση, το φόβο και την αποχαύνωση μέσα από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Πέρα από έναν συναισθηματικό θυμό που εκτονώνεται με την καταστροφή των συμβόλων της καταπίεσης, αναπτύσσει έναν διαυγή θυμό, των αγωνιστών που αρνούνται να στερηθούν την ίδια τους τη ζωή προς όφελος της τραπεζικής μαφίας και της λογικής της, αυτής του "τρελού χρήματος".

Με τις συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας, το κίνημα της πολιτικής ανυπακοής, το κίνημα "Δεν πληρώνω" και τις πρώτες εμπειρίες της αυτοδιαχείρισης, μια νέα Ελλάδα αναδύεται αυτή τη στιγμή, που απορρίπτει την τυραννία της αγοράς για λογαριασμό των ανθρώπων.

Δεν γνωρίζουμε πόσο καιρό θα πάρει για τους ανθρώπους να ελευθερωθούν από την εθελοντική δουλεία τους, αλλά είναι βέβαιο ότι, αντιμετωπίζοντας τη γελοιότητα της πελατειακής πολιτικής, των διεφθαρμένων δημοκρατιών, τον τραγελαφικό κυνισμό του κράτους των banksters (τραπεζική μαφία), θα έχουμε μόνο την επιλογή -ενάντια σε κάθε εκβιασμό- να διαχειριστούμε τις υποθέσεις μας εμείς οι ίδιοι.

Η Ελλάδα είναι το παρελθόν μας.

Είναι επίσης το μέλλον μας.

Ανακαλύψτε την ξανά μαζί της!

Το 2012 ας γίνουμε όλοι Έλληνες!"

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Τα διλήμματα του Ευρώ και η κρίση της Ευρωζώνης


Απαντήσεις και νέες προκλήσεις από την πρόσφατη ιστορία της Ευρωπαϊκής Αριστεράς

Του Παναγιώτη Αγγελόπουλου

Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, τόσο η «στρατηγική έντασης» θα κλιμακώνεται. Ενδεικτική του κλίματος είναι μια πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου Πίτερσον, που τάσσεται ανοιχτά υπέρ μιας «επιδρομής» καταθετών στις Ελληνικές τράπεζες (bank run), η οποία, σπέρνοντας τον φόβο, θα ενίσχυε τα κόμματα που στηρίζουν το πρόγραμμα της Τρόικας. Μάλιστα, στην «καλύτερη περίπτωση», όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνονται οι αναλυτές του Ινστιτούτου, μια καταστροφική απόσυρση καταθέσεων θα μπορούσε να σταθεί αιτία για την ακύρωση των εκλογών, δεδομένου ότι αν οι εκλογές διεξαχθούν εν μέσω πανικού, οι «σχιζοφρενείς» πολίτες, που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα το ξανακάνουν, «εξουδετερώνοντας πολιτικά τον λαϊκισμό σε όλη την Ευρώπη».[1]
Αυτή τη φορά, λοιπόν, το δίλημμα φαίνεται να παίρνει την μορφή «ευρώ ή δραχμή». Το διακύβευμα, όπως διατυπώνεται από τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, είναι σαφές: ή οι πολίτες ψηφίζουν τα «υπεύθυνα» κόμματα, που θα τηρήσουν κατά γράμμα τη δανειακή σύμβαση, ή η Ελλάδα αποπέμπεται από την ευρωζώνη. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραγνωρίζεται ότι μια τέτοια εξέλιξη θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου, οδηγώντας πιθανότατα στη διάλυση της ευρωζώνης. Αυτός είναι και ο λόγος που, παρά τις απειλές των Σόιμπλε και Μπαρόζο, οι Ολάντ, Μέρκελ, Μόντι και Γιούνκερ επιβεβαιώνουν την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ, με τον τελευταίο, μάλιστα, να διακηρύσσει ότι οι Έλληνες είναι «συνιδιοκτήτες» του κοινού νομίσματος. Ως απάντηση δε στους εκβιασμούς, ο Jacques Delpla, ανώτερος οικονομικός σύμβουλος της BNP-Paribas και μέλος της Επιτροπής Συμβούλων του Γάλλου πρωθυπουργού, δήλωσε πρόσφατα πως «η απειλή προς την Ελλάδα ότι θα αποκλειστεί από τη δανειοδότηση εκ μέρους της Ε.Ε. δεν έχει καμία αξιοπιστία: η ευρωπαϊκή οικοδόμηση υπήρξε πάντοτε προσανατολισμένη προς την ειρήνη και την ευημερία και δεν θα πράξουμε διαφορετικά με την Ελλάδα». Την ίδια στιγμή, ο οίκος αξιολόγησης Fitch διαμηνύει ότι το σενάριο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ παραμένει «απίθανο», συμπληρώνοντας μάλιστα ότι «η λιτότητα από μόνη της δεν αποτελεί λύση».
Πέρα όμως από την πιθανότητα ή μη της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί να χαραχθεί μια βιώσιμη πολιτική διεξόδου από την κρίση σε αυτή τη βάση. Ίσως μια αναδρομή στην πρόσφατη ιστορία και συγκεκριμένα, στην απάντηση της αγγλικής και γαλλικής Αριστεράς στην κρίση της δεκαετίας του 1970, οδηγήσει στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Συνοπτικά, η κρίση του '70 στις ανεπτυγμένες οικονομίες, που έβαλε τέλος στη «χρυσή εποχή του καπιταλισμού», αποτέλεσε μια δομική κρίση του κυρίαρχου προτύπου οργάνωσης της παραγωγής και του Κεϋνσιανού παρεμβατικού κράτους, που ρύθμιζε την συνολική ζήτηση. Στον πυρήνα της, η κρίση εξέφραζε την αδυναμία αυτού του συστήματος κοινωνικοοικονομικών και πολιτικο-θεσμικών σχέσεων να αναπαραγάγει αποτελεσματικά τους όρους ύπαρξης και διατήρησής του.[2]
Από τα μέσα ήδη της δεκαετίας του 1960 διαφάνηκαν οι πρώτες ρωγμές στην ομαλή λειτουργία του συστήματος. Με την ανεργία στην Ευρώπη να βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα (1-4%), οι πολιτικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων κορυφώθηκαν (Μάης του '68 στη Γαλλία, το «καυτό φθινόπωρο» του 1969-70 στην Ιταλία) και η διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων ενισχύθηκε, οδηγώντας σε μισθολογική έκρηξη, η οποία, παράλληλα με την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, επέφερε μια δραματική συμπίεση των κερδών του κεφαλαίου προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας. Και ενώ η πάλη μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών για τη διανομή του εισοδήματος εντεινόταν, ο τετραπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου και η διεθνής συναλλαγματική αστάθεια μετά την κατάρρευση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών Μπρέτον Γουντς το 1970-73 άλλαξαν την κατάσταση, βυθίζοντας τις ανεπτυγμένες χώρες στην ύφεση και εκτοξεύοντας στα ύψη τον πληθωρισμό και την ανεργία – το παράδοξο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού.
Αυτή την κατάσταση κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι Εργατικοί στην Βρετανία το 1974 και οι Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές στη Γαλλία το 1981, με την υιοθέτηση της «Εναλλακτικής Οικονομικής Στρατηγικής» και του «Κοινού Προγράμματος». Επρόκειτο για εθνικές στρατηγικές που, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, αποσκοπούσαν στην αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, την αναδιανομή του εισοδήματος «προς τα κάτω» και την καταπολέμηση της ανεργίας. Κεντρικοί άξονες ήταν οι κεϋνσιανές πολιτικές αναθέρμανσης· οι εθνικοποιήσεις των μεγάλων παραγωγικών μονάδων και ο δημοκρατικός επανασχεδιασμός της οικονομίας· η ενίσχυση των δημοσίων προγραμμάτων υγείας, παιδείας και στέγασης, καθώς και της εργασιακής νομοθεσίας· η προοδευτική, κλιμακούμενη φορολογία· ο έλεγχος των τιμών για την τιθάσευση του πληθωρισμού· η μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μέσω προστατευτικών εμπορικών μέτρων· και ο έλεγχος της διασυνοριακής κίνησης κεφαλαίων για να αποφευχθεί το λεγόμενο «capital strike», που είχε γονατίσει την ίδια περίοδο την κυβέρνηση του Αλιέντε στη Χιλή. Όπως σημειώνει ο Ντόναλντ Σασούν, η βασική θεωρία ήταν ο ριζοσπαστικός κεϋνσιανισμός, το βασικό όργανο το εθνικό κράτος.[3]
Η αποτυχία της βρετανικής και της γαλλικής προοδευτικής πολιτικής, μολονότι εφαρμόσθηκαν σε διαφορετική διεθνή συγκυρία και με διαφορετικούς συσχετισμούς δυνάμεων, επιτρέπει, εντούτοις, την εξαγωγή κάποιων κοινών συμπερασμάτων. Στη Βρετανία, οι Εργατικοί του Ουίλσον κέρδισαν τις εκλογές του '74 με σύνθημά τους την κοινωνική ισότητα. Κατά την πρώτη διετία, η κυβέρνηση επιδόθηκε στην εφαρμογή της «Εναλλακτικής Οικονομικής Στρατηγικής», όπως αυτή εξειδικεύτηκε από το «Κοινωνικό Συμβόλαιο», το οποίο έφερε την σφραγίδα της αριστερής πτέρυγας του κόμματος και των ενισχυμένων από το «κίνημα βάσης» (shop stewards movement) συνδικάτων. Ως αντιστάθμισμα για τα οφέλη του προωθημένου αυτού κοινωνικού προγράμματος, οι εργαζόμενοι δέχτηκαν το πάγωμα των μισθών τους, προκειμένου να μειωθεί ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του πληθωρισμού, που το 1975 είχε φτάσει το 25%.
Το 1976, τα σχέδια της Βρετανικής αριστεράς ανατράπηκαν. Παρά την μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών και τη συγκράτηση του πληθωρισμού (15%), οι δυνάμεις του κεφαλαίου αντιστάθηκαν στην μεταρρυθμιστική απόπειρα. Με όχημα τις γνωστές μας «αγορές» και με αφορμή το δημοσιονομικό έλλειμμα, οργάνωσαν συστηματική επίθεση εναντίον της στερλίνας, με αποτέλεσμα την υποτίμησή της κατά 12%, τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Με τα επιτόκια να ακολουθούν ανοδική πορεία και τις κεντρικές τράπεζες να αρνούνται τη συνέχιση του δανεισμού, η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια απόκρουσης της επίθεσης των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, προσέφυγε στο ΔΝΤ. Η προσφυγή αυτή αποδείχτηκε κομβική απόφαση· ένας αξιωματούχος του Αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών περιέγραφε ως εξής την ατμόσφαιρα των διαπραγματεύσεων: «Όλοι είχαμε την αίσθηση ότι υπήρχε πολύ σοβαρός κίνδυνος οι εξελίξεις να οδηγήσουν σε γενική κατάρρευση. Στα μάτια μου, το δίλημμα ήταν αν η Βρετανία θα παρέμενε στο φιλελεύθερο σύστημα της Δύσης ή, αντίθετα, αν θα επέλεγε μια ριζοσπαστική αλλαγή πορείας. Ανησυχούσαμε γιατί ο Τόνι Μπεν (ηγέτης της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών) εξωθούσε την κυβέρνηση να γυρίσει την πλάτη στο ΔΝΤ. Πίστευω ότι, αν αποφασιζόταν κάτι τέτοιο, το όλο σύστημα θα άρχιζε να αποσυντίθεται. Ένας θεός ξέρει τι θα έκανε η Ιταλία και έπειτα η Γαλλία... Οι συνέπειες θα ήταν μεγάλες, όχι μόνο αναφορικά με την οικονομική ανάκαμψη, αλλά και στο πολιτικό επίπεδο. Γι'αυτό βλέπαμε τις εξελίξεις με όρους Αποκάλυψης».
Το επακόλουθο της προσφυγής ήταν η υποβολή της χώρας σε αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας και «εσωτερικής υποτίμησης». Παρά τις αντιστάσεις που προέβαλαν τα συνδικάτα και πολλά μέλη των Εργατικών, η Εναλλακτική Οικονομική Στρατηγική ακρωτηριάστηκε· οι εργαζόμενοι ένιωσαν προδομένοι. Ακολούθησε έκρηξη απεργιών, οι οποίες κορυφώθηκαν με το «χειμώνα της δυσφορίας» του 1978-79, που έριξε την κυβέρνηση. Η αδυναμία της τελευταίας να διαχειριστεί την κρίση μέσω ενός εθνικού κεϋνσιανισμού προλείανε το έδαφος για τον μονεταρισμό και τον αυταρχικό κρατισμό της Θάτσερ.
Σχεδόν μια δεκαετία από το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή, η εκλογή των Ρήγκαν και Θάτσερ επισφράγιζε την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και του «δόγματος του σοκ». Ό,τι έγινε με τρομακτική βιαιότητα στη Χιλή, η άνοδος δηλαδή μιας πολιτικής που κατεδαφίζε το κράτος πρόνοιας και κατέλυε τα κοινωνικά-εργατικά δικαιώματα, παραδίδοντας την κοινωνία στην πλήρη κυριαρχία της καπιταλιστικής αγοράς, έγινε κοινοβουλευτικά στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Σε μια εξέλιξη όμως, που έμοιαζε καταλυτική, το 1981 ο Φρανσουά Μιττεράν κέρδισε τις γαλλικές προεδρικές εκλογές και προχώρησε στον σχηματισμό κυβέρνησης Σοσιαλιστών-Κομμουνιστών στη βάση του «Κοινού Προγράμματος» του 1972. Αν και με την υιοθέτηση πολιτικής τόνωσης της ζήτησης (που συμπεριλάμβανε σημαντικές αυξήσεις, εως 30%, σε μισθούς και συντάξεις) εμποδίστηκε η ύφεση και προστατεύτηκε η εγχώρια βιομηχανία από μια «βρετανικού τύπου» κατάρρευση, η ανεργία συνέχισε την ανοδική της πορεία – τον Μάιο του 1982 οι άνεργοι έφταναν τα δύο εκατομμύρια, 8% του εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, το γεγονός ότι η γαλλική κυβέρνηση ακολουθούσε μια πολιτική δημοσιονομικής επέκτασης, τη στιγμή που οι υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες συρρίκνωναν κοινωνικές παροχές, μισθούς και επενδύσεις, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού και των εισαγωγών και, συνεπώς, την επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Τη ζοφερή αυτή πραγματικότητα ήρθε να συμπληρώσει η περαιτέρω συμπίεση των κερδών και η εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος.
Οι κερδοσκοπικές επιθέσεις των διεθνών χρηματαγορών εναντίον του φράγκου και η άνοδος των επιτοκίων δεν άργησαν· σε διάστημα δεκαοκτώ μηνών το φράγκο υποτιμήθηκε τρεις φορές, ενώ παρά τους όλο και αυστηρότερους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, η μαζική φυγή συνέχιζε ακατάπαυστα. Καθώς η κρίση βάθαινε και η πιθανότητα συντονισμένης αναθέρμανσης των Ευρωπαϊκών οικονομιών δεν διαφαινόταν, ήδη από τον Ιούνιο του 1982 η κυβέρνηση συνεργασίας, παρά τις εσωτερικές αντιρρήσεις, έκανε στροφή στην επιθετική λιτότητα, υποχωρώντας στην πίεση των «αγορών», δηλαδή στις επιταγές των δυνάμεων του κεφαλαίου: προτεραιότητα δεν ήταν πια η ανεργία, αλλά ο πληθωρισμός και το έλλειμμα. Οι δημόσιες επενδύσεις περικόπηκαν, η ανεργία, που μόλις είχε αρχίσει να σταθεροποιείται, έφτασε το 10%, οι μισθοί πάγωσαν, ενώ η καθολική προστασία του κράτους πρόνοιας άρχισε να υποχωρεί. Μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του '84, οι Σοσιαλιστές, σχηματίζοντας μόνοι τους, αυτή τη φορά, κυβέρνηση, συνέχισαν στην ίδια κατεύθυνση, προωθώντας την πλήρη απελευθέρωση της ροής κεφαλαίων, την απορρύθμιση, τις ιδιωτικοποιήσεις και το «κλείδωμα» της ισοτιμίας του φράγκου στα πλαίσια της ΟΝΕ, κίνηση που αποτέλεσε το πρώτο βήμα προς τη νομισματική ενοποίηση. Ο Μιττεράν αποδείχτηκε βασιλικότερος του βασιλέως.[4]
Οι εμπειρίες της Βρετανίας και της Γαλλίας ανέδειξαν τα όρια της στρατηγικής αντιμετώπισης της κρίσης της δεκαετίας του '70. Σε συνθήκες χαμηλής κερδοφορίας και αναιμικών ρυθμών ανάπτυξης, διαφάνηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια στην εφαρμογή εθνικών κεϋνσιανών πολιτικών. Και αυτό, διότι η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική έτεινε να ενισχύει τον πληθωρισμό, καθώς οι επιχειρήσεις εκμεταλλεύονταν την τόνωση της ζήτησης για να αυξήσουν τις τιμές και να αποκαταστήσουν τα περιθώρια κέρδους τους. Ο πληθωρισμός, με τη σειρά του, προκαλούσε πτώση των πραγματικών μισθών τη στιγμή που η αυτοπεποίθηση και διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων αυξανόταν λόγω της εκλογής «δικής τους» κυβέρνησης. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Βρετανίας, το τεταμένο οικονομικό κλίμα και η πτωτική ανεργία ευνόησαν επιθετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, οδηγώντας σε ένα ανοδικό σπιράλ μισθών και τιμών.
Η περιχαράκωση των κεϋνσιανών πολιτικών στα όρια του εθνικού κράτους προσέκρουσε και στον παράγοντα της διεθνοποίησης των καπιταλιστικών οικονομιών. Η έκθεση των δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών στον διεθνή ανταγωνισμό και, μετά την κατάρρευση του Μπρέτον Γουντς, στις κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες, σήμαινε ότι η μεμονωμένη εφαρμογή επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο θα προκαλούσε ταχύτερη αύξηση του πληθωρισμού και των εισαγωγών απ'ότι στους εμπορικούς εταίρους, και συνεπακόλουθα, απώλεια ανταγωνιστικότητας. «Επειδή ο καπιταλισμός είχε γίνει ένα πραγματικά διεθνοποιημένο σύστημα, οι εθνικές σοσιαλδημοκρατίες υποβάλλονταν στους περιορισμούς του ισοζυγίου πληρωμών».[5]
Συνοψίζοντας, οι στρατηγικές του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» που υιοθέτησαν οι αριστερές κυβερνήσεις στην δυτική Ευρώπη, ακολουθώντας πεπατημένα μονοπάτια, ήρθαν αντιμέτωπες με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κεφαλαιακής συσσώρευσης και την εντονότερη αλληλεξάρτηση των οικονομιών. Στα τέλη της δεκαετίας του '70, οι θεσμικοί συμβιβασμοί μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, όπως εκφράστηκαν στο παρεμβατικό κράτος πρόνοιας, δεν άντεξαν στις πιέσεις της βιομηχανικής παρακμής, του στασιμοπληθωρισμού, της χαμηλής κερδοφορίας και της επιτάχυνσης της διεθνούς κινητικότητας των κεφαλαίων. Στα ανωτέρω ήρθε να προστεθεί η επάνοδος των διεθνών χρηματαγορών, των οποίων η επιφυλακτικότητα – ή και επιθετικότητα – ένταντι των αριστερών κυβερνήσεων διαμόρφωσε το έδαφος κατά τρόπο καθοριστικό.
Παρατηρείται, ωστόσο, ότι μια φιλολαϊκή έκβαση της κρίσης θα ήταν δυνατή στη βάση της διαμόρφωσης αφενός, μιας καινοτόμου δημοκρατικής αναδιάρθρωσης των εθνικών οικονομιών και αφετέρου, μιας ευρωπαϊκά συντονισμένης κρατικής επεκτατικής παρέμβασης στην οικονομία. Όπως, όμως, παρατηρούν οι Λάσκος και Τσακαλώτος, η κυρίαρχη στη δυτική Ευρώπη Αριστερά «συνέχιζε να θεωρεί δεδομένη την ύπαρξη πολλών βαθμών ελευθερίας για την άσκηση της πολιτικής δράσης, της νομοθετικής πρωτοβουλίας και, κυρίως, της οικονομικής της παρέμβασης στα όρια του εθνικού κράτους. Όμως, υπήρχαν ήδη πολλές ενδείξεις πως ο κεϋνσιανισμός σε εθνικό επίπεδο έπνεε τα λοίσθια».[6]
Με την ήττα της Αριστεράς, σφραγίστηκε η άνοδος ενός άγριου, νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στην Ευρώπη και τον κόσμο. Ο νεοφιλελευθερισμός, εκτός από ουτοπικό δόγμα, ότι η αγοραία συναλλαγή αποτελεί ένα σύστημα ηθικών αρχών που μπορεί να χρησιμεύσει ως οδηγός της ανθρώπινης δραστηριότητας στο σύνολό της, συνιστά ένα αντιδραστικό πολιτικό πρότζεκτ για την εγκαθίδρυση ομαλών συνθηκών για την κεφαλαιακή συσσώρευση και την αποκατάσταση της εξουσίας των οικονομικών ελίτ.[7] Στα χρόνια που ακολούθησαν την ταραγμένη δεκαετία του '70, ο νεοφιλελευθερισμός στηρίχτηκε στην επάνοδο των διεθνών χρηματαγορών και την απορρύθμιση τους, την «συσσώρευση μέσω της απαλλοτρίωσης» (ιδιωτικοποιήσεις, εμπορευματοποίηση συλλογικών αγαθών κ.α.) και την αναδιανομή του εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο. Στο τελευταίο συνέβαλλαν η αποδυνάμωση των συνδικάτων, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και το άνοιγμα των αγορών του Τρίτου Κόσμου, τα οποία, με τη σειρά τους, καταδείκνυαν την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ο Πωλ Κρούγκμαν ονομάζει «μεγάλη απόκλιση», δηλαδή η έκρηξη της εισοδηματικής ανισότητας σε Βικτοριανά επίπεδα.
Στην Ευρώπη, ως όχημα της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης λειτούργησαν η Συνθήκη του Μάαστριχτ και συνολικά η ΟΝΕ. Το πεπερασμένο, όμως, αυτής της στρατηγικής αναδείχτηκε με την κρίση του 2007-08. Αν και η κρίση ξέσπασε στις ΗΠΑ, όταν τα υπερδανεισμένα φτωχά νοικοκυριά (οι οφειλέτες «NINJA»: no income, no job, no assets) άρχισαν να χρεοκοπούν μαζικά, εκμηδενίζοντας την αξία των τοξικών δανείων που κατείχαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, σύντομα μεταφέρθηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. «Το κεφάλαιο», υπογραμμίζει ο Χάρβεϊ, «ποτέ δεν αντικρούει τις τάσεις του προς την κρίση, απλώς τις μετατοπίζει. Αυτό το κάνει με διττή έννοια, από το ένα μέρος του κόσμου σε ένα άλλο και από ένα είδος προβλήματος σε ένα άλλο». Έτσι, η σφοδρότητα της κρίσης μετατοπίστηκε από τις τράπεζες στα δημόσια οικονομικά, με συνέπεια την ραγδαία επιδείνωση των δημοσιονομικών θέσεων των κρατών, και στη συνέχεια, στους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους με τη μορφή της λιτότητας και της ανεργίας.[8]
Στην ευρωζώνη, η κρίση εκδηλώθηκε ως διπλή κρίση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος και του ενιαίου νομίσματος. Στη ρίζα της πρώτης βρίσκονται η ακραία ανισότητα, η φτώχεια, η απορρύθμιση των χρηματαγορών και η «εκτεταμένη εμπορευματοποίηση του κύκλου της ζωής μέσω της υπερχρέωσης (στεγαστικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες), και της ιδιωτικοποίησης-περικοπής της κοινωνικής ασφάλισης», με την τελευταία να λειτουργεί ως αντίβαρο στις τάσεις υποκατανάλωσης. Ως αποτέλεσμα, η κρίση πήρε τη μορφή πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και ανεπαρκούς ζήτησης.[9]
Παράλληλα, η κρίση της ευρωζώνης ανάγεται στην ίδια τη δομή και τη στρατηγική του ενιαίου νομίσματος. Σύμφωνα με τους Μηλιό και Σωτηρόπουλο, οι επίμονες ανισορροπίες (στα ισοζύγια χρηματοοικονομικών και τρέχουσων συναλλαγών) στο εσωτερικό της ευρωζώνης και η διόγκωση του ιδιωτικού (και δημόσιου) χρέους αποτελούν μια ενεργή αντίφαση της συνoλικότερης αρχιτεκτονικής. Από τη μια πλευρά, συνέβαλαν στην οργάνωση της κοινωνικής συναίνεσης γύρω από τη νεοφιλελεύθερη αναπτυξιακή στρατηγική. Από την άλλη, όμως, αποδείχτηκαν ένα καθεστώς συμβίωσης ιδιαίτερα ευάλωτο σε απρόβλεπτα οικονομικά συμβάντα. Η αντιμετώπιση των ανωτέρω ανισορροπιών, δεδομένου του νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού της ευρωπαϊκής πολιτικής, επιχειρείται μέσα από συνθήκες «ύφεσης» των πραγματικών εισοδημάτων της εργασίας – με αυταρχική επιτήρηση όρων και απολαβών – και έμφαση στην ανταγωνιστικότητα. Επιλογή εξαιρετικά επικίνδυνη για την οργάνωση της κοινωνικής συναίνεσης, αποτελεί εγγενές και αναγκαίο παρακολούθημα της αποστολής της ΟΝΕ, ως μηχανισμού διαρκούς πίεσης προς τα κράτη-μέλη, τόσο του «κέντρου» όσο και της «περιφέρειας», για αναδιοργάνωση (ελαστικοποίηση, υποβάθμιση) της εργασίας.[10]
Η σύζευξη της κρίσης της ευρωζώνης με εκείνη του νεοφιλελευθερισμού καταδεικνύει συνεπακόλουθα, ότι η ελληνική κρίση δεν αποτελεί παρά κεφάλαιο της κρίσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, μιας κρίσης που δεν επιδέχεται προοδευτικές, φιλολαϊκές λύσεις στα στενά όρια των εθνικών συνόρων. Διέξοδο από μια τέτοια κρίση θα μπορούσε να εγγυηθεί η αναθεώρηση των σαθρών θεμελίων της ευρωζώνης. Στα άμεσα μέτρα, σύμφωνα με τους Γιάνη Βαρουφάκη και Στιούαρτ Χόλαντ, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται η έκδοση ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, με σκοπό την χρηματοδότηση ενός «New Deal» για την Ευρώπη. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα αποτελούσε το πρώτο βήμα στη δημιουργία ενός «μηχανισμού ανακύκλωσης πλεονασμάτων» για την προώθηση παραγωγικών επενδύσεων στις ελλειμματικές περιοχές της Ευρώπης, ώστε να αντιμετωπιστούν οι εσωτερικές ανισορροπίες και η ελλιπής συνολική ζήτηση. Επιπρόσθετα, απαιτείται η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του κρατικού χρέους, με τη μετακύλιση του «νομίμου» χρέους (έως 60% του ΑΕΠ σύμφωνα με το Μάαστριχτ) στην ΕΚΤ και την αποπληρωμή του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης και απασχόλησης, παράλληλα με την ανακεφαλαίοποίηση και ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και την εγγύηση των καταθέσεων.[11]
Προϋπόθεση, ωστόσο, για την υλοποίηση των ανωτέρω προτάσεων είναι αφενός, η ριζική αναθεώρηση του ρόλου της ΕΚΤ και αφετέρου, η θέση των ευρωπαϊκών τραπεζών υπό δημόσιο, διαφανή έλεγχο και η λειτουργία τους στη βάση του δημοσίου συμφέροντος. Η κρισιμότητα ενός κοινωνικοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος συναρτάται με τη συμβολή του στην οικοδόμηση ενός κοινωνικά ωφέλιμου προτύπου ανάπτυξης. Στο πλαίσιο του τελευταίου, απαιτείται, επίσης, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η υπεράσπιση των συλλογικών αγαθών και του κράτους πρόνοιας, ο οικολογικός μετασχηματισμός της οικονομίας, η ρύθμιση και φορολόγηση των χρηματαγορών, η αναδιανομή του εισοδήματος και της εξουσίας από το κεφάλαιο προς την εργασία και η ακύρωση των νόμων που μετατρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση από δικαίωμα σε προνόμιο. Είναι, δηλαδή, σαφές ότι, πέραν του απονομιμοποιημένου μνημονίου, χρειάζεται επανεξέταση του συνολικού πλαισίου στρατηγικής (Μάαστριχτ, Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, κλπ.), στον αντίποδα μιας «ανάπτυξης» βασισμένης στην υποβάθμιση της συλλογικής ευημερίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις «ειδικές ζώνες ελεύθερου εμπορίου». Εξάλλου, όπως προφητικά διαπίστωνε ο Καρλ Πολάνυι, «η καθιέρωση του μηχανισμού της αγοράς ως μοναδικού ρυθμιστή της τύχης των ανθρώπων και του φυσικού τους περιβάλλοντος... θα κατέληγε στην κατάλυση της κοινωνίας... Αχρηστεύοντας την εργασιακή δύναμη του ανθρώπου, το σύστημα αναπόφευκτα θα αχρήστευε την φυσική, ηθική και ψυχολογική οντότητα που λέγεται «άνθρωπος».[12]
Καμία ανάλυση, ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονεί το γεγονός ότι οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής πολιτικής οικονομίας και τα δομικά προβλήματα του μεταπολιτευτικού κρατικού μηχανισμού (η στρεβλή ανάπτυξη του ελληνικού κεφαλαίου, η χρόνια, συστηματική και εκτεταμένη διαφθορά) προσδίδουν μια «μοναδικότητα» στην ελληνική κρίση. Επί παραδείγματι, η αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, αποτελεί εν μέρει συνέπεια μιας «πολύ μεγάλης, χρόνιας και συνειδητής από την πλευρά της εξουσίας, ταξικά μεροληπτικής υστέρησης των δημοσίων εσόδων... στην τελευταία δεκαετία, ενώ οι δαπάνες υπολείπονταν κατά 1-3% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τα έσοδα ήταν 4-7% μικρότερα».[13] Η ανεξέλεγκτη φοροδιαφυγή και η φοροαπαλλαγή, ιδιαίτερα των μεγάλων εισοδημάτων, σε συνδυασμό με τις πελατειακές σχέσεις, που έθρεψε ο δικομματισμός, αποτέλεσαν βασικές αιτίες του αρπακτικού και άκοπου πλουτισμού μερίδων της κοινωνίας. Βέβαια, στις νεοφιλελεύθερες αναλύσεις, οι τραπεζίτες, οι κατασκευαστές και οι προμηθευτές όπλων και ηλεκτρονικών συστημάτων σπάνια συγκαταλέγονται στα συντεχνιακά συμφέροντα. Σπάνια, επίσης, τονίζεται ότι από το 1995 η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στην Ε.Ε. των 15 (20-22%)· ότι το μερίδιο μισθών στο ΑΕΠ πέφτει από τα μέσα της δεκαετίας του '80· ότι οι κοινωνικές παροχές και μεταβιβάσεις υπολείπονται του Ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά 2-4%· ή, τέλος, ότι η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα ήταν διαρκώς και είναι πολύ μεγαλύτερη του μέσου όρου της Ε.Ε.
Οι ιδιομορφίες της ελληνικής πολιτικής οικονομίας, και η ανάγκη ριζικού μετασχηματισμού της σε προοδευτική κατεύθυνση, δεν αναιρούν τη διαπίστωση ότι η υπέρβαση της κρίσης ή θα γίνει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ή δεν θα γίνει καθόλου, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει την ανάγκη εκπόνησης σχεδίου για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, την ανόρθωση της κοινωνίας, τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος και τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης. Η πολιτική της εθνικής περιχαράκωσης και της επιστροφής στη δραχμή, σε συνθήκες μάλιστα περιπλοκότερες εκείνων, που αντιμετώπισαν οι κυβερνήσεις στην Βρετανία και τη Γαλλία, δεν αποτελεί, στην παρούσα συγκυρία, λύση. Μια εθνική ανταγωνιστική στρατηγική εξόδου από το ευρώ που βασίζεται στους δύο δομικούς άξονες της υπάρχουσας πολιτικής (δημοσιονομική πειθαρχία ως μέσο για την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και τη συνέχιση της φορολογικής ασυλίας του κεφαλαίου, εισοδηματική «υποτίμηση») δεν αποτελεί, εξάλλου, τίποτα περισσότερο από μια ακραία εκδοχή του παραπάνω πλαισίου.[14] Άλλωστε, το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει «ολοκληρωθεί» σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι νοητή μια ανώδυνη έξοδος κράτους-μέλους από το ενιαίο νόμισμα.
Συνεπώς, η πολιτική διεξόδου από την κρίση πρέπει να προσανατολίζεται στην αναμόρφωση των όρων με τους οποίους εντάσσεται η κάθε χώρα-μέλος στην ευρωζώνη και την Ε.Ε. Η τελευταία αποτελεί προνομιακό πεδίο κοινής πάλης για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων κεφαλαίου-εργασίας, την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού και την σφυρηλάτηση της δημοκρατίας. Το πραγματικό διακύβευμα των επερχόμενων εκλογών δεν είναι «ευρώ ή δραχμή»· αντιθέτως, συμπυκνώνεται στο δίλημμα νεοφιλελεύθερη λιτότητα και εξαθλίωση ή κοινωνική συνοχή, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Στην Ευρώπη των «αγορών», αντιπαραβάλλεται η κοινωνική Ευρώπη των λαών και της αλληλεγγύης. Η μάχη, όπως διαπιστώνει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, δεν δίνεται μόνο για την Ελλάδα, καθώς η χώρα μας «δεν είναι εξαίρεση. Αποτελεί ένα από τα κύρια πεδία δοκιμών ενός νέου κοινωνικο-οικονομικού μοντέλου, δυνητικά καθολικής εφαρμογής: μιας απο-πολιτικοποιημένης τεχνοκρατίας, στην οποία θα επιτρέπεται στους τραπεζίτες και άλλους ειδήμονες να κατεδαφίζουν τη δημοκρατία. Σώζοντας την Ελλάδα από τους φερόμενους ως σωτήρες, σώζουμε και την ίδια την Ευρώπη».[15]
____________________
[1] «The Endgame in Greece – How a bank run could be part of the solution», Peterson Institute for International Economics, 16 Μαΐου, 2012. http://www.piie.com/realtime/?p=2884
[2] Ηλίας Κουρλιούρος, Διαδρομές στις Θεωρίες του Χώρου: Οικονομικές Γεωγραφίες της Παραγωγής και της Ανάπτυξης (Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2001), Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Η Κατάσταση της Μετανεωτερικότητας (Αθήνα, Μεταίχμιο, 2009).
[3] Ντόναλντ Σασούν, Εκατό Χρόνια Σοσιαλισμού: Η Δυτικοευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ο Αιώνα (Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001)
[4] Για τις εμπειρίες Βρετανίας και Γαλλίας, βλέπε Χρήστος Λάσκος και Ευκλείδης Τσακαλώτος, Από τον Κέυνς στη Θάτσερ, Χωρίς Επιστροφή (Αθήνα, ΚΨΜ, 2011), Ντόναλτ Σασούν, Εκατό Χρόνια Σοσιαλισμού: Η Δυτικοευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ο Αιώνα (Αθήνα, Εκδ. Καστανιώτη, 2001), Philip Armstrong, Andrew Glyn, John Harrison, Capitalism Since 1945 (Οξφόρδη, Basil Blackwell, 1991), Rawi Abedal, Capital Rules: The Construction of Global Finance (Κέμπριτζ, HUP, 2007), Πέτρος Παπακωνσταντίνου, Επιστροφή στο Μέλλον (Αθήνα, Εκδ. Λιβάνη, 2010).
[5] Ντόναλντ Σασούν, Εκατό Χρόνια Σοσιαλισμού: Η Δυτικοευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ο Αιώνα.
[6] Χρήστος Λάσκος και Ευκλείδης Τσακαλώτος, Από τον Κέυνς στη Θάτσερ, Χωρίς Επιστροφή.
[7] Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Νεοφιλελευθερισμός: Ιστορία και Παρόν (Αθήνα, Εκδ. Καστανιώτη, 2007).
[8] Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το Αίνιγμα του Κεφαλαίου και οι Κρίσεις του Καπιταλισμού (Αθήνα, Εκδ. Καστανιώτη, 2011).
[9] Robin Blackburn, «Crisis 2.0», New Left Review, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2011.
[10] Γιάννης Μηλιός και Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Ιμπεριαλισμός, Χρηματοπιστωτικές Αγορές, Κρίση (Αθήνα, Εκδ. Νήσος, 2011).
[11] Ενδεικτικά, βλέπε Γιάνης Βαρουφάκης, «Πρόταση 3.0», Protagon.gr, 17 Μαΐου 2012, συνέντευξη στο Intelligent Life, Τεύχος 4, 2012, Παγκόσμιος Μινώταυρος: οι πραγματικές αιτίες της Κρίσης (Αθήνα, Εκδ. Λιβάνη, 2012).
[12] Καρλ Πολάνυι, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Θεσσαλονίκη, Εκδ. Νησίδες, 2007).
[13] Χρήστος Λάσκος και Ευκλείδης Τσακαλώτος, Από τον Κέυνς στη Θάτσερ, Χωρίς Επιστροφή.
[14] Βλέπε Γιάννης Μηλιός και Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Ιμπεριαλισμός, Χρηματοπιστωτικές Αγορές, Κρίση, Μηλιός, Λάσκος και Τσακαλώτος, «Communist Dilemmas over the Greek-Euro Crisis: To Exit or Not to Exit?», The Trim, 22 Φεβρουαρίου, 2012
[15] Slavoj Žižek, «Save us from the saviours», London Review of Books, 7 Ιουνίου, 2012.
Enhanced by Zemanta

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...