Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Ναι στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου και στο νοικοκύρεμα των μισθών, όχι στις άκριτες και ισοπεδωτικές περικοπές

Με άρθρο – παρέμβαση που δημοσιεύτηκε χθες, ο βουλευτής Ηρακλείου της Δημοκρατικής Συμμαχίας, Λευτέρης Αυγενάκης, καταθέτει τις προτάσεις του για τη σωστή εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, με τρόπο που δεν θα καταρρακώνει τις αποδοχές αλλά και την παραγωγικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ στηλιτεύει την προχειρότητα, αλλά και την έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας που η απερχόμενη κυβέρνηση χειρίστηκε το θέμα της εργασιακής εφεδρείας.

«Δύο δημόσιοι υπάλληλοι, με τα ίδια προσόντα, την ίδια προϋπηρεσία και την ίδια θέση, αμείβονταν διαφορετικά με ένα και μοναδικό κριτήριο: Εργάζονταν σε διαφορετικές υπηρεσίες του Δημοσίου. Το αποτέλεσμα, μισθολογική και κοινωνική ανισότητα, αλλά και άλογη σπατάλη δημοσίου χρήματος. Και αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα των διακρίσεων που επικρατούσαν μέχρι σήμερα στις δημόσιες υπηρεσίες, όπου πολλές φορές διακρίνονταν από πελατειακές σχέσεις και κομματικές ταυτότητες. Το νοικοκύρεμα στο χώρο των αμοιβών στο δημόσιο τομέα είναι πλέον δεδομένο ότι πρέπει να υπάρξει. Έπρεπε να είχε αλλάξει ήδη, εδώ και δεκαετίες, ώστε να μπει επιτέλους τέλος στον υδροκεφαλισμό του κράτους, που έπνιγε τη δημιουργικότητα και την επαγγελματική ανέλιξη, βάσει ικανοτήτων και προσόντων.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη ανάγκη δεν συνεπάγεται αυτονόητα την άκριτη και ισοπεδωτική μείωση όλων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων προς τα κάτω. Δεν συνεπάγεται επίσης ότι για όλα τα δεινά του δημοσίου φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως συχνά διατυπώνουν κυβερνητικά στελέχη, και ότι συνεπώς πρέπει να τους κόψουμε τους μισθούς για να «σωθεί» το κράτος. Οι μισθοί, ως ανελαστική δαπάνη, δεν είναι οι βασικοί παραγωγείς των ελλειμμάτων του κοστοβόρου κράτους.

Το νέο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου χρειάζεται επομένως προσεκτική μελέτη και λεπτομερή αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να διακρίνεται από κοινωνική ευαισθησία και σύγχρονη αντίληψη, επιδοτώντας όχι μόνο τα τυπικά προσόντα, αλλά και την παραγωγικότητα των υπαλλήλων. Επιπλέον, πρέπει να συνυπολογιστούν οι σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας, ώστε το δημόσιο να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του πολίτη άμεσα και αποτελεσματικά.

Μελέτες για τις μισθολογικές εξελίξεις στο Δημόσιο καταρρίπτουν το «μύθο» περί υψηλής συνολικής μισθολογικής δαπάνης. Η πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι υψηλόμισθοι και κακώς αντιμετωπίζονται από την κυβέρνηση ως τέτοιοι. Υπογραμμίζεται μάλιστα ότι το συνολικό μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλό έναντι άλλων χωρών της Ευρωζώνης. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το νοικοκύρεμα της μισθολογικής δαπάνης στο Δημόσιο χρειάζεται λεπτούς χειρισμούς και ιδιαίτερη προσοχή. Η μείωση του μισθολογικού κόστους δεν σημαίνει ισοπέδωση μισθών και επιδομάτων των υπαλλήλων, που ήδη βιώνουν μια μείωση του εισοδήματός του έως και της τάξης του 25%.

Απεναντίας, σημαίνει ότι πρέπει να εξορθολογιστεί και να καθοριστεί συγκεκριμένη επιδοματική πολιτική, η οποία θα σέβεται τα προσόντα, την οικογενειακή κατάσταση, αλλά και την παραγωγικότητα. Το ενιαίο μισθολόγιο οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι δεν μπορεί ισοπεδωτικά να εξισώνεται ο καθηγητής πανεπιστημίου με τον διοικητικό υπάλληλο αρχείου ενός Υπουργείου ή γενικότερα οι εκπαιδευτικοί που μεταλαμπαδεύουν γνώση στα παιδιά μας να αποτελούν από τους πιο χαμηλόμισθους δημοσίους υπαλλήλους. Οφείλουμε λοιπόν να εξετάζουμε και το αντικείμενο εργασίας μαζί με το προσφερόμενο έργο.

Ο δημόσιος τομέας οφείλει να είναι παραγωγικός και ελκυστικός για ανθρώπους με γνώσεις και προσόντα και όχι «εργασιακό καταφύγιο», ανεξαρτήτου απόδοσης. Πρέπει να παρέχει αντικειμενικά κίνητρα ανέλιξης και επομένως κίνητρα απόδοσης και παραγωγικότητας σε ανθρώπους με υπευθυνότητα και επαγγελματισμό.

Αντίστοιχη ισοπεδωτική λογική έχει και το μέτρο της εργασιακής εφεδρείας, εμπνεύσεως ΝΔ του κ. Σαμαρά και εκτελέσεως ΠΑΣΟΚ του κ. Παπανδρέου, και ακριβώς επειδή δεν λαμβάνονται υπόψη τα αναγκαία κριτήρια, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην αποτυχία. Σε κάθε περίπτωση, τα οριζόντια, μη αξιολογικά κριτήρια, ισοπεδωτικά μέτρα δεν εξυπηρετούν τη δημόσια διοίκηση και υποβαθμίζουν περαιτέρω τη λειτουργία της. Δεν μειώνουν τις δαπάνες και τα ελλείμματα, που συνεχίζουν να καλύπτονται από την άδικη υπερφορολόγηση του ιδιωτικού τομέα.

Η Δημοκρατική Συμμαχία ζητά επανασχεδιασμό του μέτρου από μηδενική βάση, με την ταυτόχρονη υιοθέτηση ενός μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους, όπου ένα μεγάλο μέρος των υπηρεσιών θα επιστρέψει στην ιδιωτική πρωτοβουλία και την κοινωνία των πολιτών.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε ελεύθερα την άποψή σας !

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...